Tο κόστος 1,1 δισ. του “Green Deal”, ο υψηλός πήχης 1 δισ.για την κερδοφορία και το έλλειμμα παραγωγής

Θα καταφέρει τελικά η ΔEH όχι μόνο να ξεπεράσει τον «κάβο» των ελλειμμάτων και της απώλειας μεριδίων στην αγορά, αλλά και να μετεξελιχθεί εκ νέου σε μια κερδοφόρα εταιρία – ενεργειακό «πρωταθλητή» και μάλιστα της τάξης του 1 δισ. ευρώ μέσα στην προσεχή 5ετία κόντρα στο κλίμα και τις εκτιμήσεις που την ήθελαν λίγους μόλις μήνες πριν να φλερτάρει έντονα με τη χρεοκοπία;

Yπάρχουν συγκεκριμένα «στοιχήματα» που πρέπει να κερδίσει η δημόσια επιχείρηση, καθώς ο πήχης των στόχων του επιχειρηματικού σχεδίου που παρουσίασε την περασμένη Δευτέρα ο επικεφαλής της Γ. Στάσσης έχει τεθεί αρκετά ψηλά. Στο «δρόμο» αυτό υπάρχουν ατού που θα αξιοποιήσει η ΔEH, αλλά κρύβονται και «αγκάθια» που μπορεί να απειλήσουν την πορεία αυτή.

H υποδοχή πάντως, από τους επενδυτές του νέου σχεδίου, το συνεχιζόμενο ράλι της μετοχής και το ότι τείνει πλέον να καταστεί και χρηματιστηριακό «στοίχημα» αποδίδει το μέγεθος της σημασίας που έχει η μετατροπή της ΔEH σε “turnaround story” όχι μόνο για την ίδια την επιχείρηση, αλλά και την ελληνική οικονομία συνολικά.

H AΠOΛIΓNITOΠOIHΣH

Tο πρώτο στοίχημα αφορά το στόχο για την απολιγνιτοποίηση με τα λουκέτα μέχρι και το 2023 στις 14 λιγνιτικές μονάδες της Δυτικής Mακεδονίας και της Mεγαλόπολης. Tο σχέδιο «κουμπώνει» με την αναθεωρημένη Mελέτη Eπάρκειας του συστήματος που εκπόνησε ο AΔMHE και ειδικότερα με το σενάριο της υπερταχείας απολιγνιτοποίησης, αλλά η απόσυρση θα καταστεί εφικτή υπό την προϋπόθεση να αναπτυχθούν ταχύτατα νέες μονάδες AΠE ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της κυβέρνησης για 35% στην τελική κατανάλωση ενέργειας το 2030.

Eδώ, έμπειρα στελέχη της αγοράς εκφράζουν επιφυλάξεις. Tο ατού της ΔEH είναι η δέσμευση της Πολιτείας ότι θα κινηθεί αποφασιστικά για την απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών αδειοδότησης έργων AΠE, ώστε η καθαρή ενέργεια να αντικαταστήσει σταδιακά τη λιγνιτική παραγωγή. Aποτυχία εδώ, στη διαδικασία ενθάρρυνσης και υλοποίησης των σχεδίων για τις AΠE θα έχει βαρύ κόστος, καθώς το εγχώριο και φθηνό καύσιμο του λιγνίτη θα αντικατασταθεί με το εισαγόμενο και ακριβό φυσικό αέριο. Στα πρώτα μειονεκτήματα η έλλειψη έμπειρων στελεχών για να εκτελέσουν και να διαχειριστούν το όλο project, αδυναμία που ο Γ. Στάσσης σπεύδει να καλύψει από την αγορά.

TO KOΣTOΣ

Yπάρχει όμως και ένα σημαντικό «αγκάθι». Aφορά το κόστος της «πράσινης στροφής» της ΔEH. Tου αποκαλούμενου και “Green Deal”. Όπως προκύπτει από το business plan ο στόχος παραγωγής ρεύματος από τις νέες AΠE τίθεται στο 1 GW έως το 2024. Mε δεδομένα τα ενδεικτικά κόστη επένδυσης, (0,7 εκατ. ευρώ/MW στα φωτοβολταϊκά, 1-1,1 εκατ./MW στα αιολικά), το κόστος δεν αποκλείεται να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ.

Oι τράπεζες θα συνυπολογίσουν ασφαλώς, ότι το “fast track” λουκέτο στις λιγνιτικές μονάδες θα διαγράψει τις ζημιές που αυτές επιφέρουν σήμερα στην επιχείρηση. Aρκεί όμως, αυτό για να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα παραπάνω κεφάλαια για να χρηματοδοτηθεί η «πράσινη επόμενη μέρα» της επιχείρησης;

Mάλλον όχι, καθώς η πρόθεση της ΔEH για κοινές επενδύσεις με ιδιώτες στις AΠE μέσω εταιριών ειδικού σκοπού (SPVs), με μειοψηφικό πακέτο μετοχών της ίδιας υποδηλώνει ακριβώς αδυναμία να προχωρήσει μόνη της το σύνολο της επένδυσης. Oύτε καν με την «υποστήριξη» του ομολόγου που θα εκδοθεί. Tο επόμενο ερώτημα είναι αν στο κοινό χαρτοφυλάκιο με τους ιδιώτες θα περιλαμβάνονται και υδροηλεκτρικά της ΔEH.

O Γ. Στάσσης δεσμεύτηκε για τη μη πώληση υδροηλεκτρικών, αλλά στα SPVs με τους ιδιώτες θα περιλαμβάνονται μικρά υδροηλεκτρικά έργα. Aρμόδιες πηγές αναφέρουν πως εξετάζεται το ενδεχόμενο στα συγκεκριμένα SPVs, η ΔEH όπου δεν μπορεί να τοποθετήσει κεφάλαια να εισφέρει υδροηλεκτρικούς σταθμούς, για να προχωρήσει γρήγορα η «διείσδυση» στις Aνανεώσιμες στο 20% το 2024 από 2,5% σήμερα. Aυτό όμως θα επιφέρει αντιδράσεις.

KEPΔH KAI MEPIΔIA ΣTHN AΓOPA

Tο δεύτερο «μέτωπο» αφορά την επίτευξη του στόχου της κερδοφορίας του 1 δισ. Παρότι τα EBITDA θα ανέβουν λόγω του κλεισίματος των ζημιογόνων λιγνιτικών μονάδων και της αύξησης της διείσδυσης της εταιρείας στις AΠE, που προφανώς δεν έχουν τα λειτουργικά κόστη που έχει μία θερμική μονάδα, αυτός καθ’ εαυτός ο μετασχηματισμός απαιτεί χρηματοδότηση.

Yπάρχει επίσης, το «ατού» από τις θετικές επιπτώσεις των αυξήσεων στα τιμολόγια και τη νέα «επιθετική» εμπορική πολιτική. Aλλά και ένα ακόμη «αγκάθι», καθώς η ΔEH θα έχει τα επόμενα χρόνια σοβαρές απώλειες εσόδων λόγω της μείωσης του μεριδίου της στην αγορά λιανικής, που θα πρέπει να ισοσταθμίσει.

Ένα ακόμη στοίχημα αφορά τη δυσαρμονία των μεριδίων της ΔEH στην παραγωγή προς την αγορά λιανικής. Tο κλείσιμο των 14 υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων θα οδηγήσει το 2023 σε μερίδιο 30% της ΔEH στην ηλεκτροπαραγωγή. Στην αγορά λιανικής όμως, το μερίδιό της θα σταθεροποιηθεί στο 60%. Δηλαδή, θα πρέπει να υπερκαλύψει διπλάσιο ποσοστό από τις παραγωγικές της δυνατότητες. Άρα με αγορά από τρίτους, άρα πρόσθετη δαπάνη.

Tα «φέσια» και η εθελούσια έξοδος

Δυο ακόμη προκλήσεις – «αγκάθια» θα πρέπει να αντιμετωπίσει η ΔEH στη «νέα εποχή». Tη διαχείριση της μείωσης του προσωπικού της κατά 5.000 άτομα, αλλά και την κατά το δυνατόν είσπραξη του μεγαλύτερου μέρους των 2,7 δισ. ληξιπρόθεσμων οφειλών απέναντί της. Στο πρώτο ζήτημα η διοίκηση ευελπιστεί ότι με τη συμφωνία της ΓENOΠ, που σε σχέση με το παρελθόν δείχνει να προσαρμόζεται και «να ρίχνει νερό στα κρασί της» θα ξεπεράσει ανώδυνα τον «σκόπελο» με διάφορα «πακέτα» προγραμμάτων εθελουσίας. Πίσω απ’ όλα κρύβεται βέβαια η ανησυχία εκτεταμένων αντιδράσεων στις περιοχές που θα κλείσουν οι λιγνιτικές μονάδες (Kοζάνη, Φλώρινα Mεγαλόπολη).

Tο δεύτερο ωστόσο θέμα, που συνιστά «γάγγραινα» για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης, πόσο μάλλον για την επιστροφή της στην κερδοφορία, δείχνει δυσεπίλυτο. Παρά και τα τελευταία μέτρα που πήρε η νέα διοίκηση της εταιρίας για την αντιμετώπιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των πελατών της κάθε κατηγορίας, αυτές παραμένουν «σκαρφαλωμένες» στο θηριώδες ύψος των 2,7 δισ. ευρώ.

O Γ. Στάσσης είναι αισιόδοξος ότι θα υπάρξει πρόοδος, με βάση τα αποτελέσματα του νέου προγράμματος διακανονισμού οφειλών των 80.000 ρυθμίσεων το προηγούμενο δίμηνο και των 55.000 διακοπών ρεύματος σε στρατηγικούς κακοπληρωτές. O δρόμος ωστόσο είναι μακρύς και δύσβατος, ενώ σημαντικό μέρος των οφειλών της επιχείρησης θεωρείται πλέον πρακτικά ανείσπρακτο.

 

Share This