Η κυριότερη δυσμενής συνέπεια για τους ελληνικούς ομίλους διύλισης θα είναι η μείωση της λογιστικής αξίας των αποθεμάτων τους. Προβληματίζει έντονα η μείωση της ζήτησης καυσίμων. Μικτή εικόνα, με αρνητικές αλλά και θετικές επιπτώσεις, φαίνεται ότι θα έχει ο πετρελαϊκός πόλεμος τιμών μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ρωσίας για τους ελληνικούς ομίλους διύλισης, δηλαδή τα ΕΛΠΕ και την Motor Oil.

Στις αρνητικές επιπτώσεις που θα αποτυπωθούν στα τριμηνιαία τους αποτελέσματα, ξεχωρίζει η μείωση της αξίας των αποθεμάτων τους, η οποία μένει να φανεί κατά πόσο θα εξισορροπηθεί από την βουτιά στο κόστος προμήθειας του αργού και τις χαμηλότερες ανάγκες των διυλιστηρίων για κεφάλαια κίνησης.

Σε αυτή την ιδιάζουσα επομένως κατάσταση στην οποία έχει εισέλθει η πετρελαική αγορά και παρ’ ότι είναι παρακινδυνευμένο να γίνουν εκτιμήσεις, με την παραδοχή ότι οι τιμές θα διατηρηθούν σε χαμηλά επίπεδα, η μια επίπτωση αφορά στα αποθέματα που τηρούν οι διυλιστηριακοί όμιλοι, τα οποία αποτιμώνται με βάση την τρέχουσα τιμή του αργού. Αυτό ωστόσο δεν επηρεάζει τις χρηματικές ροές, αλλά είναι μια λογιστική απεικόνιση. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι τα αποτελέσματα που θα δημοσιευτούν μπορεί να είναι αρνητικά, ωστόσο τα αναπροσαρμοσμένα αποτελέσματα χωρίς δηλαδή τις επιπτώσεις από την αξία των αποθεμάτων θα είναι καλύτερα.

Άλλη σοβαρή πηγή ανησυχίας για τους ελληνικούς ομίλους δεν αφορά τον πετρελαικό πόλεμο τιμών, αλλά την αβεβαιότητα και τη μείωση της ζήτησης διεθνώς λόγω του κοροναϊού. Την Δευτέρα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, προέβλεψε ότι φέτος θα είναι η πρώτη χρονιά από το 2009 όπου η παγκόσμια οικονομία δεν θα γνωρίσει αύξηση της ενεργειακής κατανάλωσης.

Όσο όμως πέφτουν οι πετρελαϊκές πωλήσεις, αρχίζουν και οι πιέσεις στα margin, δηλαδή στα περιθώρια διύλισης (η διαφορά μεταξύ της τιμής του βαρελιού και των παραγόμενων προϊόντων από ένα διυλιστήριο). Όσο ευέλικτα και να είναι τα διυλιστήρια και άρα να μπορούν να κατεβάσουν την παραγωγή τους, εντούτοις η μείωση στα margin, δεν θα αφήσει αλώβητα τα αποτελέσματά τους.

Σε κάθε πάντως περίπτωση, στελέχη των δύο ελληνικών ομίλων μιλούν για μια μεγάλη ανατροπή σε σχέση με τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί στις παραμονές του 2020Τότε, οι εκτιμήσεις προέβλεπαν μια χρονιά με υψηλά κέρδη, λόγω και των νέας γενιάς καυσίμων με χαμηλότερο θείο, τα οποία και επρόκειτο να κυκλοφορήσουν στην ελληνική αγορά, όπως και έγινε, την 1η Ιανουαρίου 2020. Τα πράγματα εκτυλίχθηκαν εντελώς διαφορετικά, ενώ εκτός του κοροναϊού, στα αρνητικά της φετινής χρονιάς για τα διυλιστήρια συγκαταλέγεται και ο ήπιος χειμώνας που δεν ευνόησε τις πωλήσεις πετρελαίου θέρμανσης.

Τις επιπτώσεις των παραπάνω αντισταθμίζουν ως ένα βαθμό το χαμηλότερο κόστος προμήθειας αργού, οι μικρότερες ανάγκες για κεφάλαια κίνησης και η χαμηλότερη δαπάνη για ιδιοκατανάλωσηΈνα μέρος των ποσοτήτων αργού που αγοράζουν τα διυλιστήρια, για παράδειγμα μεταξύ 6%-8%, χρησιμοποιείται για ιδιοκατανάλωση, άρα η βουτιά των τιμών, μεταφράζεται σε χαμηλότερη δαπάνη για την κάλυψη των αναγκών τους.

 

 

 

 

 

 

Share This