Αρχικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ. , ορίζεται ότι«Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία.

Του Εργατολόγου, Γιάννη Καρούζου και της συνεργάτιδας του, Δημοσιολόγου, Μαριάννας Κατσιάδα

Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού».

Εξ αντιδιαστολής των ανωτέρω καθιερώνεται ο κανόνας, ότι, αν ο εργοδότης εμποδίζεται προσωρινώς ή οριστικώς να δεχθεί την εργασία του εργαζόμενου, από λόγους οφειλόμενους σε ανώτερη βία, αυτός δεν καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας και επομένως απαλλάσσεται από την υποχρέωση προς καταβολή του μισθού προς τον προσφέροντα την εργασία του μισθωτό.

Διευκρινίζεται δε, ότι περιστατικό ανωτέρας βίας, συνιστά, σύμφωνα με πάγια νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων, κάθε απρόβλεπτο ή τυχαίο γεγονός, η αποτροπή του οποίου ήταν απολύτως αδύνατη, ακόμα και αν ο εργοδότης κατέβαλε το ανώτατο δυνατό μέτρο επιμέλεια και πρόνοιας.

Εφόσον, μια επιχείρηση πληγεί από ένα περιστατικό ανωτέρας βίας, τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από την πάγια υποχρέωση καταβολής μισθών στον εργαζόμενο του.

Αν και το παραπάνω συνιστά μια νομοθετική και νομολογιακή παραδοχή, ερωτήματα εγείρονται αν στην άνω περιγραφόμενη κατάσταση ο εργοδότης απαλλάσσεται και από την  καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης των εργαζομένων. Για την πληρότητα της απάντησης του υπό κρίση ερωτήματος, κρίνεται σκόπιμο να γίνεται μια ουσιώδης διάκριση.

Αν το περιστατικό της ανωτέρας βίας που έπληξε την επιχείρηση, οδηγεί τον εργοδότη σε οριστική και πλήρη διακοπή εργασιών τότε απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποζημίωσης των απολυόμενων χωρίς προειδοποίηση των υπαλλήλων του. Πρέπει να διευκρινιστεί, ότι ο εργοδότης δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση για έγγραφη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας, καθώς η διακοπή των εργασιών της επιχείρησης έστω συνεπεία ανωτέρας βίας δεν συνεπάγεται την αυτόματη και αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας.

Στον αντίποδα, αν το περιστατικό της ανωτέρας βίας, οδηγήσει την επιχείρηση σε περιορισμένη και προσωρινή μόνο διακοπή εργασιών, τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται μεν από την καταβολή μισθών, πλην όμως, εκείνος, για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας,  καταβάλλει πλήρως της αποζημίωση απόλυσης.

Υπάγοντας την έκτακτη περίσταση της αποφυγής μετάδοσης κορωνοιού, με τους άνω κανόνες δικαίου, αντιλαμβάνεται κανείς, την επενέργειά της ανωτέρας βίας στο δίκαιο της αποζημίωσης απόλυσης. Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη τον μεγάλο αντίκτυπο του κορωνοιού ως συμβάν ανωτέρας βίας,  ιδίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μεγάλος αριθμός απ’ αυτές θα οδηγηθούν πιθανόν σε πλήρη διακοπή εργασιών. Ως αποτέλεσμα, στις ενδεχόμενες απολύσεις που θα λάμβαναν χώρα, δεν θα οφείλονταν αποζημίωση απόλυσης λόγω της διαρκούς και πλήρους διακοπής των εργασιών της επιχείρησης.

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς εύλογα, ότι η εξαγγελία των αρμόδιων υπουργών, περί ακυρότητας των διενεργούμενων απολύσεων εντός της κρίσιμης αυτής περίστασης της εξάπλωσης του κορωνοιού που απειλεί τη δημόσια υγεία, είναι σε μεγάλο βαθμό φιλεργατική, θωρακίζοντας το νομικό πλέγμα προστασίας των εργαζομένων, οι οποίοι άνευ της εν λόγω πρόβλεψης, σε περίπτωση απόλυσής τους, μεγάλη μερίδα αυτών δεν θα δικαιούνταν ούτε τη νόμιμη αποζημίωση λόγω απόλυσης.

 

Share This