του Martin Sandbu

Αν το Πάσχα έπεφτε λίγες εβδομάδες νωρίτερα φέτος, ο κόσμος θα είχε αλλάξει και θα είχε γίνει αγνώριστος, από την ημέρα που πήγα διακοπές (στο σπίτι μου) μέχρι την ημέρα που επέστρεψα. Όπως ήρθαν τα πράγματα, το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου ήταν ήδη σε lockdown στην αρχή του μήνα, και παραμένει έτσι και τώρα που επιστρέφω. Το πιο σημαντικό πράγμα που άλλαξε στο διάστημα που έλειψα σε όρους οικονομικής συζήτησης είναι πως η συζήτηση για τις στρατηγικές εξόδους έχει ξεκινήσει για τα καλά.

Αυτό είναι θετικό, από την άποψη ότι αντανακλά έναν επαρκή έλεγχο της πανδημίας σε πολλές χώρες, τόσο ώστε να μπορέσουν να αρχίσουν να αίρουν κάπως τους περιορισμούς στην κοινωνική και οικονομική ζωή. Υπήρξε μια έντονη συζήτηση για το ποιους περιορισμούς να άρουν και πότε, και πώς θα το διαχειριστούν οι διάφορες χώρες.

Όμως κάτω από αυτές τις συγκεκριμένες συζητήσεις, υποβόσκει ένα βαθύτερο φιλοσοφικό και ιδεολογικό ερώτημα: εάν στόχος θα πρέπει αν είναι μια επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα όσο το δυνατόν γρηγορότερα και περισσότερο γίνεται, ή εάν θα πρέπει να ξαναχτιστεί η οικονομία με διαφορετικό και καλύτερο τρόπο. Για παράδειγμα, η στήλη editorial των FT, έχει ζητήσει επανεξέταση τόσο του κοινωνικού συμβολαίου όσο και του κυνηγιού των μεγάλων εταιρειών για αποδοτικότητα.

Το πώς θα ευθυγραμμίσει ο κόσμος αυτό το μεγάλο ερώτημα είναι προβλέψιμο σε κάποιον βαθμό, καθώς βασίζεται στις διαφορές στις παγκόσμιες απόψεις που υπήρχαν πριν την κρίση. Έτσι, είναι εντυπωσιακό, αν όχι εκπληκτικό, που τα μέτωπα στον πόλεμο κουλτούρας φαίνεται να μεταφέρονται με ομαλότητα και στον ανταγωνισμό για την μετά την κρίση του Covid-19 κοινωνία, όπως σημειώνει στη στήλη του ο συνάδελφός μου Robert Shrimsley.

Τα πιο ισχυρά επιχειρήματα και από τις δυο πλευρές αναγνωρίζουν την κεντρική σημασία του γεγονότος ότι έχουμε οικειοθελώς κλείσει μεγάλα τμήματα της οικονομικής δραστηριότητας για χάρη μιας υψηλότερης προτεραιότητας στην ευημερία του λαού. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν είκασε στην συνέντευξή του στους FT την περασμένη εβδομάδα πως αυτό θα φέρει μια πρωτοφανή ανθρωπολογική και ψυχολογική αλλαγή στην πολιτική, καθώς οι ιδέες για το τι είναι εφικτό, λογικό και απαραίτητο, θα είναι πολύ πιο διαφορετικές απ’ ότι προηγουμένως. Το παράδειγμα που έφερε ήταν η μόλυνση της ατμόσφαιρας:

«Θα βγούμε από αυτήν την κρίση και ο κόσμος δεν θα συμφωνεί πλέον να ανασαίνει μολυσμένο αέρα. Θα δείτε κάτι που ήδη γίνονταν εντονότερο στις κοινωνίες μας, ο κόσμος θα βγαίνει και θα λέει ‘δεν θέλω να αναπνέω αυτόν τον αέρα… αποδεχθήκατε την ιδέα του κλεισίματος των πάντων για να σταματήσει η Covid, αλλά τώρα είστε έτοιμοι να με αφήσετε να συνεχίσω να αναπνέω μολυσμένο αέρα’.»

Απέναντι σ’ αυτή την άποψη βρίσκεται το επιχείρημα ότι ακριβώς επειδή έχουμε κλείσει ένα τόσο μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας, δεν μπορούμε τώρα να σκεφτούμε οτιδήποτε θα δυσκολέψει τις επιχειρήσεις να ορθοποδήσουν. Κάποια πράγματα που «θα ήταν ωραίο να είχαμε» όπως η περιβαλλοντική και κοινωνική μεταρρύθμιση που θα ήταν κοστοβόρες για τις επιχειρήσεις και προ κρίσεως, θα πρέπει τώρα να τεθούν εκτός συζήτησης.

Το πώς ο κόσμος το κρίνει αυτό, θα σχετίζεται με το πώς αξιολογούν τα μερικά οφέλη, όπως ο πιο καθαρός αέρας, από τα shutdown. Όσο πιο πολύ νοιαζόσουν πριν, ας πούμε για τη μόλυνση, τόσο πιο πολύ θα θέλεις να αξιοποιηθεί η ευκαιρία για να «κλειδωθεί» το όφελος προς το περιβάλλον που είχε το lockdown. Όσο λιγότερο σε απασχολούσε πριν, όμως, τόσο πιο απρόθυμος θα είσαι να το αφήσεις να αποτρέψει την ταχύτερη δυνατόν επιστροφή στο status quo ante της οικονομικής ζωής.

Αυτά είναι τρία σημεία που μου τράβηξαν την προσοχή, όπου εκτυλίσσεται αυτή η διαφωνία:

Πρώτον, στον αστικό σχεδιασμό και της αστικές μεταφορές. Αρκετές πόλεις, κυρίως το Μιλάνο, έχουν αποφασίσει να ξανα-ανοίξουν τις μετακινήσεις με τρόπο που να ευνοεί τους ποδηλάτες και τους πεζούς και να μειώνει την πρόσβαση των αυτοκινήτων, σε σύγκριση με αυτό που ίσχυε πριν το shutdown. Οι δήμαρχοι του Μάντσεστερ και του Λίβερπουλ έχουν ζητήσει παρόμοια επανεξέταση.

Δεύτερον, οι υπερβολικά χαμηλές τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν ουσιαστικά να αλλάξουν την οικονομική δομή του κόσμου και τα εθνικά και παγκόσμια ενεργειακά συστήματα –εάν παραμείνουν έτσι χαμηλές τουλάχιστον. Και υπάρχει λόγος να πιστεύουμε πως θα παραμείνουν έτσι για αρκετό καιρό. Η τρέχουσα υπερβάλλουσα προσφορά που επιχειρείται να αποθηκευτεί θα συνεχίσει να επιβαρύνει την αγορά πετρελαίου ακόμα και όταν αυξηθεί και πάλι η ζήτηση. Και η ζήτηση δεν είναι πιθανό να αυξηθεί στα προηγούμενα επίπεδά της εάν οι επιχειρήσεις και οι οικονομίες αποφασίσουν να κρατήσουν κάποιες από τις πρακτικές που έμαθαν κατά τη διάρκεια του lockdown, όπως η τηλεργασία, η έλλειψη ταξιδίων και η μεταφορά λιγότερων φυσικών αντικειμένων.

Μια πτώση στις τιμές του πετρελαίου που θα είναι μακροχρόνια μπορεί να εξαλείψει πολλές εταιρείες παραγωγής και μπορεί να σκοτώσει την παραγωγική ικανότητα εάν κλείσουν τα πετρελαιοφόρα πεδία. Κάποιοι θα πουν πως αυτό είναι ριψοκίνδυνο διότι θα οδηγούσε σε αύξηση της τιμής μεσοπρόθεσμα. Άλλοι θα πουν πως δεδομένης της απειλής της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής, το να μάθουμε να ζούμε με μια μόνιμα περιορισμένη κατανάλωση πετρελαίου είναι ευλογία –θα μας μεταφέρει πιο γρήγορα εκεί που νομίζουμε πως πρέπει να βρισκόμαστε σε ότι αφορά τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Τρίτον, οι προσωπικές αγορές είναι μια μεγάλη απώλεια της κρίσης. Ίσως το τωρινό επεισόδιο θα δώσει το τελειωτικό χτύπημα, σε όφελος του online λιανεμπορίου. Όμως η Mary Portas υποστηρίζει σε άποψή της στους FT, μπορεί αντιθέτως να δούμε μια στροφή προς υψηλότερης ποιότητας φυσικές εμπειρίες στο λιανεμπόριο –δηλαδή σε καταστήματα με δημιουργική έκφραση και όχι ομοιογένεια που σκοτώνει την ψυχή.

Το δικό μου ένστικτο είναι επιφυλακτικά ριζοσπαστικό. Όμως θα γνωρίζουν ήδη οι αναγνώστες του Free Lunch, έχω γράψει για πολλά πράγματα που μπορούν να βελτιωθούν στον τρόπο που λειτουργούν οι οικονομίες μας, όμως ορισμένα από αυτά μπορούν καλύτερα να διορθωθούν με μεγάλες και διασπαστικές αλλαγές.

Υπάρχουν χαμένοι σε όλες τις καλές μεταρρυθμίσεις, και πολλές αλλαγές απαιτούν μεγάλες προσαρμογές από τις επιχειρήσεις και τα άτομα προκειμένου να ωφεληθούν από ένα καλύτερο σύστημα. Όμως, σε κάθε περίπτωση, πλέον έχει συμβεί η διαταραχή· μεγάλο μέρος του κόστους της αλλαγής των οικονομικών δραστηριοτήτων από το «business as usual» έχει ήδη πληρωθεί. Ως εκ τούτου, έχει τεράστια λογική να ψάξουμε για ευκαιρίες για να οδηγήσουμε την οικονομική αναβίωση που ελπίζουμε πως θα υπάρξει σύντομα, προς μια διαφορετική κατεύθυνση.

Πηγή: FT

 

 

Share This