Οι κεντρικές τράπεζες έχουν στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: δεν είναι καιρός για μια χρηματοπιστωτική κρίση που θα έχει προκληθεί από τις κεφαλαιαγορές.

Οι ζοφερές εκτιμήσεις που έκαναν τις προηγούμενες ημέρες οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε Ιαπωνία, ΗΠΑ και ευρωζώνη για τις οικονομικές προοπτικές, συνοδεύονταν από εκφράσεις αποφασιστικότητας να συνεχίσουν να διοχετεύουν ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ταχεία επέκταση των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών πέραν των 18 τρισ. δολαρίων θα συνεχιστεί. Όπως δήλωσε μετά τη συνεδρίαση της τράπεζας, ο επικεφαλής της Federal Reserve, Jerome Powell, «συνεχίζουμε να σβήνουμε τη φωτιά».

Ένα τέτοιο εγχείρημα περιλαμβάνει τη διατήρηση της τάξης στις πιστωτικές αγορές και τη χορήγηση δανείων προς μικρότερες επιχειρήσεις. Οι κεντρικές τράπεζες συσπειρώνονται. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας ανακοίνωσε πως σχεδιάζει να τετραπλασιάσει την αγορά εταιρικού χρέους στα 20 τρισ. γεν (186 δισ. δολάρια) μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2020, ενώ η Αποθετική Τράπεζα της Ινδίας ανακοίνωσε ένα νέο πιστωτικό εργαλείο για αμοιβαία κεφάλαια ύψους 500 δισ. ρουπιών (6,6 δισ. δολαρίων).

Κατά κάποιον τρόπο, πρόκειται για μια άρση της δυσπιστίας. Όπως σχολίασε ο David Bowers της Absolute Strategy Research, το πιστωτικό ρίσκο είχε βιώσει μια «συστημική λανθασμένη αποτίμηση λόγω των χαμηλών επιτοκίων την περασμένη δεκαετία». Ωστόσο, θα ήταν επικίνδυνο να διαλυθεί τώρα η ψευδαίσθηση. «Οι πιστώσεις αποτελούν το “σημείο μηδέν” αυτής της κρίσης», πρόσθεσε.

Καθώς ορισμένες χώρες κινούνται προς την επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας, οι επενδυτές πρέπει να εξετάσουν τις μεταβάσεις. Μέχρι τώρα, η κατοχή κρατικών ομολόγων ανώτερου επιπέδου όπως τα αμερικανικά Treasuries ήταν μια νικηφόρα στρατηγική και έχει βοηθήσει ώστε να αντισταθμιστούν οι απώλειες από άλλους τίτλους. Όμως σε μεγάλο βαθμό αυτό έχει κάνει τον κύκλο του, εκτός και αν υπάρξει περιχαράκωση του αποπληθωρισμού. Σε εξέλιξη βρίσκεται μια στροφή προς τις πιστώσεις και τις μετοχές, καθοδηγούμενη από μια τάση προς εταιρείες υψηλής ποιότητας στους τομείς της τεχνολογίας και της υγείας.

Το αν αυτή η στενή και επιλεκτική τάση θα διευρυνθεί και σε άλλους τομείς, θα εξαρτηθεί από τις αποδείξεις πως η πανδημία πράγματι υποχωρεί και από το αν η οικονομική δραστηριότητα ανακάμπτει. Αυτή τη στιγμή δεν είναι ξεκάθαρο ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Αυτού του είδους η αβεβαιότητα βοηθά ώστε να εξηγηθεί το γιατί τα premium του πιστωτικού ρίσκου παραμένουν υψηλά σε σύγκριση με τα επίπεδα των αρχών Φεβρουαρίου. Στις αμερικανικές πιστώσεις, η περιορισμένη μείωση των spreads -της επιπλέον απόδοσης έναντι άλλων κρατικών ομολόγων-σηματωρών- αντανακλά επίσης την πίεση που προκαλεί η πλημμύρα των πωλήσεων ομολόγων από εταιρείες που προσπαθούν να αναχρηματοδοτήσουν τις δεσμεύσεις τους με τη στήριξη της Fed.

Οι αγορές εταιρικού χρέους υψηλότερου κινδύνου από τη Fed δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα, όμως η επίπτωση είναι ξεκάθαρη. Ο κ. Powell γνωρίζει πως έχει καταφέρει να αλλάξει το κλίμα στην αγορά αυτή, προτού καν ξοδέψει μια δεκάρα, και έχει πει πως η Fed «θα τηρήσει (τις δεσμεύσεις της) για να επικυρώσει αυτή την επίπτωση της ανακοίνωσης».

Αυτό είναι κάτι πολύ ευχάριστο για τους διαχειριστές επενδύσεων σταθερού εισοδήματος, ιδιαίτερα αυτούς που αγόρασαν φθηνά εταιρικά ομόλογα τις τελευταίες εβδομάδες. Για πολλούς, το μάθημα είναι πως τις περιόδους αυξημένων spreads συνήθως ακολουθούν ισχυρές αποδόσεις τα επόμενα χρόνια, καθώς ανακάμπτει η οικονομική δραστηριότητα και οι επιχειρήσεις επικεντρώνονται στην αποπληρωμή του χρέους τους και στη μείωση της μόχλευσής τους.

Ορισμένοι επενδυτές πιθανότατα θυμούνται τις αναταράξεις του 2008, τις οποίες ακολούθησαν ισχυρά κέρδη στην εταιρική πίστη. Μια αξιοσημείωτη διαφορά είναι πως τότε, ο κίνδυνος της χρεοκοπίας ήταν επικεντρωμένος κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Μετά από περισσότερο από μια δεκαετία εύκολης πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές, ο μη χρηματοπιστωτικός τομέας ανά τον κόσμο είναι πολύ πιο ευάλωτος στις επισφάλειες, τις αναδιαρθρώσεις και τις χρεοκοπίες.

Τον περασμένο Οκτώβριο, το ΔΝΤ προειδοποίησε στην έκθεσή του για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα, πως οι επιχειρήσεις σε Κίνα, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ εμφάνισαν ορισμένες ιδιαίτερα ανησυχητικές δηλώσεις εισοδήματος, όπου τα κέρδη δεν κάλυπταν τις δαπάνες για τόκους. Η Ισπανία και η Γαλλία δεν τα πήγαιναν πολύ καλύτερα. Οι επενδυτές μπορεί να χαίρονται για τη στήριξη από τις κεντρικές τράπεζες, όμως οι προσπάθειές τους δείχνουν το μεγάλο στοίχημα που αντιμετωπίζουν οι πιστωτικές αγορές.

Δουλειά των κεντρικών τραπεζών είναι να παρέχουν ρευστότητα. Όπως όμως προειδοποιεί ο credit strategist της Citigroup Matt King, «η πρόκληση από τον κορωνοϊό έχει λιγότερο να κάνει με τη ρευστότητα απ’ ό,τι με τη φερεγγυότητα. Η κρατική πιστωτική ποιότητα, όπως και αυτή των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, δέχονται μεγάλο πλήγμα».

Επίκειται ένας κύκλος χρεοκοπιών. Το ερώτημα είναι το μέγεθος και η διάρκεια της ζημιάς. Η αγορά ορισμένων επιλεγμένων πιστώσεων υψηλότερου κινδύνου μπορεί να δικαιωθεί συν τω χρόνω, και εδώ οι ενεργοί managers έχουν την ευκαιρία να λάμψουν και να δικαιολογήσουν τις αμοιβές τους.

Οι κεντρικές τράπεζες μπορεί να πετύχουν τον περιορισμό της πιστωτικής αγωνίας και να αμβλύνουν τον κύκλο των χρεοκοπιών, όμως ο κ. Bowers προειδοποιεί πως η «ουρά» έχει «κεντρί» στην άκρη της, σε δύο με τρία χρόνια από τώρα. «Το βάρος του εταιρικού χρέους θα είναι μεγαλύτερο και η πίεση για διατήρηση χαμηλών επιτοκίων θα ενταθεί».

Είναι φανερό πως οι κεντρικές τράπεζες είναι παγιδευμένες και η προσπάθεια αποτροπής χρηματοπιστωτικών αναταράξεων αυτή τη στιγμή ενέχει πιο μακροπρόθεσμα κόστη, που μπορεί να μην προστατεύουν τους επενδυτές.

«Οι αγορές της Fed δεν μπορούν να μετατρέψουν το επισφαλές χρέος σε “καλό” χρέος», δηλώνει ο Scott Minerd, global chief investment officer της Guggenheim Investments. «Ένας αγοραστής που δεν είναι προσεκτικός μπορεί να εκλάβει λανθασμένα τη ρευστότητα της Fed ως πιστωτική δύναμη και να πληρώσει το τίμημα αργότερα, όταν θα αρχίσουν για τα καλά οι υποβαθμίσεις και οι χρεοκοπίες».

Πηγή: FT

 

 

Share This