Η διαδικασία υποβολής φορολογικών δηλώσεων έχει αρχίσει, είναι λοιπόν χρήσιμο να εξετάσουμε εάν καταφέραμε να χτίσουμε το αφορολόγητό μας με πλαστικό χρήμα, καθώς και τι χρειάζεται να κάνουμε από εδώ και στο εξής.

Γράφει η Φιλοθέη Μακριδάκη Ειδικός Φοροτεχνικός Σύμβουλος Επιχειρήσεων και Ιδιωτών

Αρχικά να υπενθυμίσουμε ότι το αφορολόγητο χτίζεται κλιμακωτά ανάλογα το ύψος του εισοδήματος που έχουμε λάβει μέσα στο φορολογικό έτος. Κατά συνέπεια εάν για παράδειγμα το ετήσιο εισόδημα το οποίο εισπράττουμε είναι έως 10.000 ευρώ προερχόμενο από μισθούς ή συντάξεις ή από κατά κύριο επάγγελμα αγροτική δραστηριότητα, τότε το 10% αυτού του εισοδήματος θα πρέπει να φροντίσουμε να αποδεικνύεται ότι έχει δαπανηθεί για αγορές αγαθών και παροχή υπηρεσιών με εξόφληση αυτών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, δηλαδή με χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες ή με άλλα μέσα ηλεκτρονικών συναλλαγών. Άλλο μέσο ηλεκτρονικής συναλλαγής είναι η διατραπεζική μεταφορά χρημάτων από λογαριασμό πελάτη σε λογαριασμό προμηθευτή κτλ. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουμε να λάβουμε την έκπτωση του φόρου που επιθυμούμε και που είναι αναγκαία για να μην μας επιβληθεί φόρος. Στην περίπτωση κατά την οποία το ετήσιο εισόδημά μας ανέρχεται στο ποσό των 10.001 ευρώ έως 30.000 ευρώ, και προέρχεται από μισθούς ή συντάξεις ή από δραστηριότητα κατά κύριο επάγγελμα αγρότη, οι φορολογούμενοι θα πρέπει να καλύψουμε ποσοστό της τάξεως του 10% για τις πρώτες 10.000 ευρώ εισοδήματος, όπως αναφέραμε νωρίτερα, και ποσοστό της τάξεως του 15% για ποσό εισοδήματος από 10.001 ευρώ έως 30.000 ευρώ, με δαπάνες αγοράς αγαθών και παροχής υπηρεσιών, εξοφληθείσες όλες μόνο μέσω χρεωστικών ή πιστωτικών καρτών ή άλλου είδους ηλεκτρονικών συναλλαγών, προκειμένου να λάβουμε έκπτωση φόρου. Και εάν το ετήσιο εισόδημα είναι άνω των 30.000 ευρώ προερχόμενο επίσης από μισθούς ή συντάξεις, ή οι φορολογούμενοι είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, στην περίπτωση αυτή για να κατοχυρωθεί η έκπτωση του φόρου και να μην φορολογηθούμε, θα πρέπει να έχουμε πραγματοποιήσει δαπάνες της τάξεως του 10% για τις πρώτες 10.000 ευρώ του εισοδήματός μας, της τάξεως του 15% για το τμήμα του εισοδήματος από 10.001 έως 30.000 ευρώ και της τάξεως του 20% για το εισόδημα που υπερβαίνει τις 30.001 ευρώ. Βεβαίως να έχουμε υπόψη ότι το μέγιστο ποσό των δαπανών που μπορεί να μας δημιουργήσει έκπτωση φόρου είναι οι 30.000 ευρώ, από αυτό το ποσό και πάνω δεν δίδεται κανένα όφελος. Και μην ξεχνάμε αναφερόμαστε πάντα σε δαπάνες αγοράς αγαθών και παροχής υπηρεσιών εξοφληθείσες μέσω μόνο ηλεκτρονικών συναλλαγών, διατραπεζικής μεταφοράς χρημάτων, χρεωστικών ή πιστωτικών καρτών. Ας δούμε ακόμα ένα παράδειγμα. Έστω φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα από μισθωτή εργασία 30.000 ευρώ, θα χρειαστεί αποδείξεις ύψους, για τις πρώτες 10.000 ευρώ εισόδημα, 10.000 x 10%=1.000 , συν για τις επόμενες 20.000 ευρώ εισόδημα, 20.000 x 15%=3.000, άρα σύνολο 1.000+3.000= 4.000 ευρώ. Στην περίπτωση που οι φορολογούμενοι δεν έχουν καταφέρει να συγκεντρώσουν το απαιτούμενο ποσό δαπανών για να καλύψουν το αφορολόγητό τους θα επιβαρυνθούν με φόρο 22% επί της διαφοράς. Δηλαδή, στο παράδειγμά μας, εάν κάποιος έχει ετήσιο εισόδημα 30.000 ευρώ και έχει συγκεντρώσει αποδείξεις 3.000 ευρώ θα πληρώσει φόρο 220 ευρώ. Διότι όπως είπαμε χρειάζεται αποδείξεις για να καλύψει το αφορολόγητό του 4.000 ευρώ κατά συνέπεια 4.000-1.000 = 3.000 και άρα 1.000 x 22% = 220 ευρώ ο φόρος που θα κληθεί να πληρώσει. Καλή αρχή! Καλή υποβολή της δήλωσής σας!

Share This