O ρόλος των τραπεζών στην εποχή της πανδημίας αλλά και την επόμενη μέρα βρέθηκε στο επίκεντρο συζήτησης στο φόρουμ των Δελφών, με συμμετοχή των 4 διευθύνοντων συμβούλων των συστημικών τραπεζών.

Με νέα δάνεια άνω των 5 δισ. ευρώ θα χρηματοδοτήσει η Τράπεζα Πειραιώς την οικονομία, ξεπερνώντας τον αρχικό στόχο που είχε θέσει, ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Χρήστος Μεγάλου. O κ. Μεγάλου τόνισε ότι είναι ένα στοίχημα για όλους να επανέλθει η χώρα σε βιώσιμη ανάπτυξη με γρήγορο ρυθμό το 2021.

Βασικό σενάριο της Τράπεζας είναι η υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 8% φέτος και η ανάκαμψη το 2021, ώστε το 2022 να επιστρέψει η οικονομία στο επίπεδο του 2019 και σε ακόμη υψηλότερο.

Ο CEO της Τράπεζας Πειραιώς σημείωσε ότι υπήρξε γοργή και καίρια η αντιμετώπιση της κρίσης του covid-19 σε υγειονομικό επίπεδο στην Ελλάδα, ενώ αντιμετωπίζεται εξίσου γοργά η επίπτωση στην οικονομία με τα εργαλεία που παρέχει η κυβέρνηση.

Τα προγράμματα αυτά λειτούργησαν γρήγορα και επίσης γρήγορα θα εκταμιεύονται τα κεφάλαια προς τις επιχειρήσεις, είπε ο κ. Μεγάλου. Η κρίση αυτή χρειάστηκε διαφορετική διαχείριση και πράγματι οι τράπεζες σε επίπεδο εξέτασης αιτημάτων, έγκρισης με βάση τα πιστοληπτικά κριτήρια που εφαρμόζουν και τις αμέσως επόμενες ημέρες, εκταμιεύσεων, θα στηρίξουν τις επιχειρήσεις και την οικονομία, «ώστε να περάσουν τον κάβο», σημείωσε.

Η Τράπεζα Πειραιώς έχει ήδη εκταμιεύσει 2,5 δισ. ευρώ από τις αρχές του 2020 και πλέον προσβλέπει σε υπέρβαση του αρχικού στόχου των 5 δισ. ευρώ, έχοντας παράλληλα μεγάλη συμμετοχή, της τάξης του 1,5 δισ. ευρώ συνολικά, τόσο στο ΤΕΠΙΧ ΙΙ όσο και στο πρόγραμμα εγγυοδοσίας της Αναπτυξιακής Τράπεζας. Η ζήτηση για τα κεφάλαια αυτά είναι πολύ μεγάλη, ανέφερε ο κ. Μεγάλου και εκτίμησε ότι οι πόροι των προγραμμάτων αυτών θα αυξηθούν στη συνέχεια.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς χαρακτήρισε ρεαλιστική την εκτίμηση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη χορήγηση δανείων ύψους 15 δισ. ευρώ από το τραπεζικό σύστημα φέτος, καθώς οι ελληνικές τράπεζες ξεκίνησαν το 2020 στο καλύτερο σημείο από πλευράς κεφαλαίων και ρευστότητας, ενώ προς την ίδια κατεύθυνση ενισχύονται από την «ευελιξία» που τους παρέχουν οι εποπτικές αρχές και η χρήση κεφαλαίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank Φωκίων Καραβίας στη δική του τοποθέτηση τόνισε ότι η Eurobank ενέκρινε από φέτος τα κεφάλαια κίνησης για το 2021, έτσι ώστε οι πελάτες της τράπεζας να έχουν από τώρα εξασφαλισμένη ρευστότητα. «Δεν πιστεύω ότι το 2020 είναι μία χαμένη χρονιά. Πρέπει από αυτή την κρίση να κεφαλαιοποιήσουμε καλύτερα το “brand name” της χώρας μας, κυρίως για να κερδίσουμε μεγαλύτερο μερίδιο στην πίτα του τουριστικού κλάδου. Άλλωστε ως τράπεζα χρηματοδοτούμε ήδη πολλές επιχειρήσεις του κλάδου. Νομίζω ότι ο ελληνικός τουρισμός είναι και θα παραμείνει η βαριά βιομηχανία της χώρας. Κατά την περίοδο του lockdown, στόχος της τράπεζας ήταν η υποστήριξη των πελατών και κυρίως των ενήμερων και βιώσιμων επιχειρήσεων του πελατολογίου μας. Αναστείλαμε τα χρεολύσια μέχρι το τέλος του έτους για όλες τις επιχειρήσεις και για τις επιχειρήσεις στον κλάδο του τουρισμού μέχρι το τέλος του επόμενου έτους. Υποστηρίξαμε τις ενήμερες επιχειρήσεις διότι πιστεύουμε ότι μία δεύτερη γενιά κόκκινων δανείων θα ήταν καταστροφική για την οικονομία και τον τραπεζικό κλάδο».

Ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank Βασίλειος Ψάλτης είπε ότι πιστεύει πως η πανδημία θα αποδειχθεί μία ευκαιρία για τη χώρα από το 2021 και μετά. «Ο ρόλος των τραπεζών τώρα είναι να διαχειριστούν έξυπνα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, να ενισχύσουν τον υγιή και επενδυτικό ανταγωνισμό. Η σωστή διαχείριση κονδυλίων και η απορροφητικότητα είναι απαραίτητη», τόνισε. Πιστεύει ότι οι τράπεζες πρέπει να χρηματοδοτήσουν έργα «κίνησης», όπως στον κλάδο του τουρισμού, της ενέργειας, των τροφίμων και γενικά με την ενίσχυση του «brand name’ της χώρας. Τόνισε μάλιστα και την αξία ενίσχυσης του real estate αλλά και της αστικής ανάπλασης, ειδικά στην Αθήνα. “‘Όλες οι εφοδιαστικές αλυσίδες θα επαναπροσδιοριστούν. Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει τώρα να στοχεύσουν ώστε να ενταχθούν πιο ενεργά σε αυτές. Η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει να γίνει ακόμη και ένα μεταδιακομιστικό κέντρο”, συμπλήρωσε. Τέλος, τόνισε την αξία των νέων τεχνολογιών και της προσαρμογής των τραπεζών -αλλά και των επιχειρήσεων γενικότερα- στην εποχή του ψηφιακού μετασχηματισμού.

Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Παύλος Μυλωνάς, απαντώντας σε ερώτηση για την επίδραση της πανδημίας στον επιχειρηματικό τομέα και στις ανάγκες χρηματοδότησης των εταιρειών, επισήμανε ότι εξαρτάται από το μέγεθος της ύφεσης.

«Το βασικό μας σενάριο προβλέπει -7,5%, παρότι βλέπουμε απτά σημάδια βελτίωσης του κλίματος, με μεγαλύτερη από την αναμενόμενη αρχικά οικονομική δραστηριότητα. Το σενάριο αυτό είναι συμβατό με μία πτώση των εταιρικών πωλήσεων (τζίρος) κατά -20% για όλο το 2020. Η πτώση αυτή θα αντισταθμιστεί από τις επιχειρήσεις με μείωση κόστους, πιο συγκεκριμένα:

-Μεταβλητού κόστους: 18% ή 27 δισ. ευρώ.

-Σταθερό κόστος- για παράδειγμα ενοίκια​

-Εργατικό κόστος, αλλά με σημαντική στήριξη από κρατικά προγράμματα ύψους 5.3 δισ. ευρώ για εργασία, το οποίο θα αντισταθμίσει σχεδόν πλήρως τη μείωση των αποδοχών

– Διευκόλυνση στις τραπεζικές υποχρεώσεις

– Αναστολή φόρων 1 δισ. ευρώ».

«Μετά από όλες αυτές τις ενέργειες μένουν ανάγκες για κεφάλαιο κίνησης ύψους περίπου 10 δισ. ευρω. Με τα κρατικά προγράμματα που υπάρχουν ήδη (ΤΕΠΙΧ, εγγυοδοτικό σύνολο 9 δισ. – ΤΕΠΙΧ 2 δισ., εγγυοδοτικό 7 δισ.) καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρηματοδοτικών αναγκών, ενώ οι τράπεζες θεωρώ ότι θα καλύψουν τα υπόλοιπα κυρίως μέσω χρήσης ήδη εγκεκριμένων ορίων κεφαλαίων κίνησης. Άρα θεωρώ ότι το χρηματοδοτικό κενό που θα δημιουργηθεί, θα κλείσει οπότε και η επίπτωση στην οικονομία θα ισορροπήσει», προσέθεσε ο Παύλος Μυλωνάς.

«Η κάθε τράπεζα έχει κίνητρο να στηρίξει τους βιώσιμους πελάτες της, ούτως ώστε να ανταπεξέλθουν στις σύντομες και απότομες ανάγκες τους για ρευστότητα», τόνισε επίσης.

Έδωσε μεγάλη έμφαση στην ήδη υπάρχουσα τάση προς ψηφιοποίηση των τραπεζών και τις πρωτοβουλίες της Εθνικής Τράπεζας.

Η ψηφιοποίηση σημαίνει, όπως εξήγησε:

-Απλές συναλλαγές από απόσταση / μη πηγαίνοντας στο κατάστημα

– Πιο ευέλικτες μορφές εργασίας

– Αυτοματοποίηση λειτουργιών – σημαντικά μικρότερη ανάγκη για ανθρώπινη παρέμβαση

Όλες οι εταιρίες, μεγάλες ή μικρές, πρέπει να προσαρμοστούν πιο γρήγορα στη νέα πραγματικότητα. Όποιες το καταφέρουν πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά θα είναι οι νικητές επιχειρηματικά και οι υπόλοιπες θα υποστούν τις συνέπειες με μείωση μεριδίου αγοράς η Εξαγορά / συγχώνευση, προσέθεσε. «Στην Εθνική Τράπεζα για την εφαρμογή του 3ετούς επιχειρηματικού μας σχεδίου (το ονομάσαμε Πρόγραμμα Μετασχηματισμού) δημιουργήσαμε μια δυνατή ομάδα Μετασχηματισμού για να παρακολουθεί την πρόοδο, να εντοπίζει τα προβλήματα και να στηρίζει την εφαρμογή των έργων», είπε ο κ. Μυλωνάς. «Αποδείχθηκε εξαιρετικά αποτελεσματικός θεσμός. Μας έχει βοηθήσει να καταφέρουμε πολλά και όντως να αλλάξει ριζικά τον τρόπο και την κουλτούρα με την οποία δουλεύουμε», επισήμανε.

«Στη διάρκεια του περιορισμού δημιουργήσαμε ένα ασφαλές λειτουργικό μοντέλο εξ αποστάσεως εργασίας – κατά τη διάρκεια του lockdown το 70% του προσωπικού της τράπεζας δούλευε από το σπίτι του. Συνεχίσαμε να εξυπηρετούμε αποτελεσματικά τους πελάτες μας μέσω ψηφιακών καναλιών. Προχωρήσαμε σε πρόγραμμα ενημέρωσης των ευπαθών ομάδων (π.χ. Μάθε με την Εθνική), με στόχο την εκπαίδευση τους στα ψηφιακά κανάλια και την αποφυγή συγχρωτισμού στα καταστήματα. Κάθε μήνα, 1,5 εκατομμύριο πελάτες χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες μας σε περισσότερες από 4,5 εκατομμύρια συναλλαγές. Μετά από όλα αυτά, περιμένω ότι θα εμφανιστεί ένα νέο πιο αποτελεσματικό λειτουργικό μοντέλο για τις τράπεζες, περαιτέρω ψηφιοποίησης υπηρεσιών και διαδικασιών και συνδυασμός εργασίας από το γραφείο και από το σπίτι. Επίσης, ανασχεδιασμός του λειτουργικού μοντέλου των καταστημάτων – ραγδαία μετάπτωση συναλλαγών σε ψηφιακά κανάλια και εστίαση σε πωλήσεις και συμβουλευτικές υπηρεσίες», είπε επίσης.

Πηγή: ΑΠΕ ΜΠΕ

 

Share This