του John Dizard

Ριζικές ανακατατάξεις λαμβάνουν χώρα στην παγκόσμια αγορά χρυσού, του παγκόσμιου νομίσματος και αγαπημένου μέσου αποθήκευσης περιουσίας.

Η Μocatta, μεγαλύτερος παίκτης στην αγορά χρυσού, τίθεται σε εκκαθάριση από τη Scotiabank. Η JP Morgan, η μεγαλύτερη αμερικανική τράπεζα στην αγορά χρυσού, εμφανίζεται ιδιαίτερα διστακτική στο να προχωρήσει σε νέες συναλλαγές.

Μεταξύ των άλλων προβλημάτων της, η HSBC κατέγραψε μεγάλη ζημιά, άνω των 200 εκατ. δολαρίων, σε μια μέρα, στο χαρτοφυλάκιο χρυσού της, κατά τη διάρκεια των ευμετάβλητων και ρηχών συνεδριάσεων του Μαρτίου. Η οικογένεια των Rothchilds, απαραίτητη σε κάθε παγκόσμια θεωρία συνωμοσίας, εγκατέλειψε τις συναλλαγές χρυσού το 2004.

Οι τιμές αρμπιτράζ στον χρυσό, οι διαφορές στην τιμή του πολύτιμου μετάλλου μεταξύ μεγάλων εμπορικών πόλεων, δεν είναι τόσο μεγάλες όσο κατά τη διάρκεια των lockdown του Μαρτίου, όταν καταγραφόταν διαφορά έως και 90 δολαρίων στην τιμή του χρυσού μεταξύ Ζυρίχης, Νέας Υόρκης και Λονδίνου. Στο πρόσφατο παρελθόν, μια διαφορά 1,5 δολαρίου θα προκαλούσε εντύπωση και μεγάλες μεταφορές κεφαλαίων.

Ακόμη και μετά την αποκατάσταση κάποιας κανονικότητας στις αεροπορικές και ναυτιλιακές μεταφορές, οι άνθρωποι της αγοράς χρυσού σημειώνουν ότι δεν είναι παράξενες διαφορές στην τιμή της τάξεως των 5, των 6 ή ακόμη και των 7 δολαρίων. Ως εκ τούτου, οι συναλλαγές χρυσού θα έπρεπε να είναι μια ελκυστική δραστηριότητα για έμπειρους επενδυτές. Καταγράφεται αυξημένο ενδιαφέρον από θεσμικούς επενδυτές, που παρακολουθούν ο ένας τις κινήσεις του άλλου και χρειάζονται «επιβεβαίωση» από τις κινήσεις των συνταξιοδοτικών ταμείων. Την ίδια ώρα, η τιμή του χρυσού, αν και έχει υποχωρήσει από τα υψηλά της το 2020, συνεχίζει σε ανοδική τροχιά.

Οπότε γιατί καταγράφεται μια ιδιότυπη «απο-παγκοσμιοποίηση», καθώς υποχωρούν οι συναλλαγές χρυσού στη φυσική του μορφή;

Επειδή τα νέα «αφεντικά» της παγκόσμιας αγοράς χρυσού δεν είναι Αγγλοσάξονες τραπεζίτες ή ισχυρές εβραϊκές οικογένειες που κυριαρχούσαν στην αγορά τους τελευταίους αιώνες. Τα νέα αφεντικά έχουν διαφορετική καταγωγή και συχνά επικεντρώνονται σε συγκεκριμένες χώρες, που συχνά αποκαλούμε αναδυόμενες αγορές.

Δείτε για παράδειγμα τη MKS Pamp, εταιρεία που ιδρύθηκε από τον Mahmood Kaseem Shakarchi, έναν έμπορο από το βόρειο Ιράκ, ο οποίος ξεκίνησε ως έμπορος προβάτων στην Κωνσταντινούπολη. Οι ράβδοι χρυσού της Pamp, συχνά μέσα στις αυθεντικές πλαστικές τους συσκευασίες, είναι οι πιο αναγνωρίσιμοι στην Ινδία. Η ΜΚS Pamp είναι ο μεγαλύτερος παρασκευαστής και έμπορος μικρών ράβδων χρυσού στον κόσμο.

Μήπως έχετε ακούσει για τη Saigon Jewelry Company; Ολοι γνωρίζουν τα προϊόντα της SJC στα σύνορα Βιετνάμ – Κίνας, όπου γίνεται μεγάλος όγκος συναλλαγών μέσω ανεπίσημων δικτύων. Οι ράβδοι χρυσού της SJC χρησιμοποιούνται κυρίως στο Βιετνάμ, αλλά αναγνωρίζονται και από κεντρικές τράπεζες. Ο χρυσός είναι ο κύριος τρόπος πληρωμών στις ανεπίσημες εμπορικές συναλλαγές, τονίζει ο Trung Khans Huynh, στέλεχος της αγοράς χρυσού στην πόλη Χο Τσι Μινχ. Σημειώνεται ότι η Κίνα έχει θέσει περιορισμό στις εξαγωγές χρυσού, στο αντίστοιχο των 50.000 δολαρίων ανά κάτοικο.

Η τουρκική κυβέρνηση έχει αγκαλιάσει το εμπόριο χρυσού τις τελευταίες δεκαετίες. Η Istanbul Gold Refinery, ιδρυτής της οποίας είναι η οικογένεια Halac, διαχειρίζεται το εμπόριο χρυσού με επίκεντρο το Borsa Istanbul. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του lockdown λόγω του κορωνοϊού, τα κοσμηματοπωλεία της Κωνσταντινούπολης παρέμειναν ανοιχτά, ως εμπόριο ζωτικής σημασίας για τη χώρα.

Θα μετέφερα στατιστικά στοιχεία για το εμπόριο χρυσού στην Τουρκία, αλλά οι εκτιμήσεις έχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Όταν ζούσα εκεί ως βρέφος, οι άνθρωποι που εμπλέκονταν στις συναλλαγές χρυσού μιλούσαν Ladino, μια ισπανοεβραϊκή διάλεκτο. Οι καιροί έχουν αλλάξει και η γλώσσα επικοινωνίας πλέον είναι τα τουρκικά.

Στη νοτιοανατολική Ασία, ο κ. Trung σημειώνει ότι «το Βιετνάμ είναι μεταξύ των τριών πρώτων χωρών σε συναλλαγές, με 60-70 τόνους τον χρόνο, πίσω από Ταϊλάνδη και Ινδονησία, όπου καταγράφονται συναλλαγές 80-90 τόνων. Με την πάροδο των χρόνων, οι Βιετναμέζοι έχουν εισαγάγει σχεδόν 850 τόνους χρυσού». Το μέγεθος αυτό μπορεί να συγκριθεί με τους 310 τόνους χρυσού που αποτελούν τα επίσημα αποθέματα της Βρετανίας.

Πριν από λίγα χρόνια, οι αξιωματούχοι στη Μαλαισία ενημερώθηκαν από ξένους ειδικούς του χώρου ότι μεγάλες ποσότητες χρυσού βρίσκονταν σε ιδιωτικές εγκαταστάσεις στη χώρα. Προφανώς, για κάποιους πλούσιους μουσουλμάνους, η αναγνώριση του νόμου της σαρία στη Μαλαισία αποτελεί εξασφάλιση ότι η περιουσία τους θα είναι ασφαλής.

Ακόμη, υπάρχει το λαθρεμπόριο αμφιλεγόμενου χρυσού από αφρικανικά ορυχεία. Τα στελέχη της αγοράς χρυσού αγριεύουν όταν τους ρωτάς για το θέμα, αλλά πανευρωπαϊκή έρευνα που πραγματοποιήθηκε πέρυσι καταγράφει λαθρεμπόριο χρυσού 30 τόνων στο Σουδάν, 25 τόνων στη Νότια Αφρική, 20 τόνων στη Ζιμπάμπουε, 20 τόνων στο Μαλί κ.ο.κ.

Ολες αυτές οι ποσότητες χρυσού φαίνεται ότι τυγχάνουν επεξεργασίας, αν και η Ενωση Χρυσού του Λονδίνου δεν εγκρίνει τις συναλλαγές χρυσού αγνώστου προέλευσης, την παιδική καταναγκαστική εργασία κ.λπ. Μια από τις πιο ύπουλες παρενέργειες της επεξεργασίας χρυσού είναι ο υδράργυρος, που μολύνει ανθρώπους, ζώα, γη και ύδατα.

Σύμφωνα με τον Jeffrey Christian, αναλυτή της συμβουλευτικής εταιρίας CPM, ακόμη και στα τρέχοντα επίπεδα της τιμής του χρυσού «δεν υπήρξαν φόβοι ότι η τιμή έφτασε στο ανώτατο σημείο της. Είμαστε στα πρόθυρα παγκόσμιων αλλαγών». Η παγκόσμια οικονομική και πολιτική πολυδιάσπαση οδηγεί σε μακροπρόθεσμη αύξηση της ζήτησης για χρυσό.

Ωστόσο, η ξαφνική δυναμική στην πλευρά της ζήτησης δεν αναμένεται να επαναφέρει στα πράγματα τις παραδοσιακές τράπεζες και οικογένειες που είχαν κυριαρχήσει στην αγορά τους τελευταίους αιώνες…

Πηγή: FT

 

Share This