Του David Fickling

Εάν προσπαθείτε να καταπολεμήσετε την εντύπωση ότι είστε υπερβολικά δυνατός και εκφοβιστικός, είναι πιθανότατα καλύτερο να μην συμπεριφέρεστε σαν να έχετε στη διάθεσή σας τον διαστημικό σταθμό Death Star από το Star Wars.

Τι προσπαθεί λοιπόν να κάνει η Facebook απειλώντας να εμποδίσει τους χρήστες στην Αυστραλία να μοιράζονται λινκ ειδήσεων στο Facebook και στο Instagram;

Κάτι τέτοιο θα είχε στερήσει από τις τοπικές επιχειρήσεις του χώρου των μέσων μαζικής ενημέρωσης περί τα 200 εκατομμύρια αυστραλιανά δολάρια (148 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ) κατά τη διάρκεια των πέντε μηνών έως τον Μάιο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ίδιας της Facebook.

Ακόμη κι έτσι όμως, είναι “ο μόνος τρόπος προστασίας από μια επερχόμενη κατάσταση που θα αψηφά τη λογική”, ανέφερε η εταιρεία σε ανακοίνωσή της την Τρίτη.

Η αιτία του “πολέμου”

Αιτία για τα παραπάνω είναι μια πρόταση νόμου της κυβέρνησης της Αυστραλίας, η οποία έχει ως στόχο την ενίσχυση της διαπραγματευτικής δύναμης των ειδησεογραφικών οργανισμών της χώρας έναντι της Silicon Valley.

Σύμφωνα με το σχέδιο των αντιμονοπωλιακών αρχών της Αυστραλίας, οι εταιρείες παροχής ειδησεογραφικού περιεχομένου θα έχουν τη δυνατότητα να διαπραγματεύονται ως ενιαίο “μπλοκ” και όχι κατά μόνας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις πλατφόρμες αναζήτησης για την τιμή που θα πληρώνονται για το περιεχόμενό τους.

Η ιδέα είναι να αποκατασταθεί η ανισορροπία ισχύος μεταξύ των παλαιών μέσων ενημέρωσης – των οποίων οι τρεις κύριες  επιχειρηματικές δραστηριότητες απέφεραν συνολικά 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια προ φόρων ζημιών τα τελευταία πέντε χρόνια – και της Facebook, καθώς και της ιδιοκτήτριας της Google, Alphabet, οι οποίες αντίθετα κατέγραψαν κέρδη περί τα 235 δισεκατομμύρια δολάρια την ίδια περίοδο.

Η ωμή απειλή

Εάν οι αυστραλιανοί ειδησεογραφικοί οργανισμοί επιθυμούσαν να καταδείξουν γλαφυρά την υπερβολική ισχύ των πλατφορμών, η ανακοίνωση της Τρίτης εκ μέρους της Facebook – η οποία ουσιαστικά συνοψίζεται σε μια λογική “έχετε ωραία βιομηχανία ειδήσεων… μεγάλο κρίμα εάν της συνέβαινε κάτι κακό” – δεν θα μπορούσε να αποτελέσει καλύτερο παράδειγμα.

Στην πραγματικότητα, όμως, ο κόσμος και η Facebook θα τα πήγαιναν πολύ καλύτερα εάν η τελευταία πραγματοποιούσε την απειλή της – τόσο στην Αυστραλία όσο και παγκοσμίως.

Οι όροι τους οποίους έχουν συμφωνήσει οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί με τη Silicon Valley στην αναζήτηση αναγνωστών – πελατών αναδεικνύουν μια καταχρηστική σχέση η οποία δεν ωφελεί κανέναν. (Αποκάλυψη: Το Bloomberg Opinion λαμβάνει επίσης το μεγαλύτερο μέρος της επισκεψιμότητάς του μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των πλατφορμών αναζήτησης. Ίσως αυτή τη στιγμή να διαβάζετε αυτό το άρθρο μέσω παραπομπής από το Google ή το Facebook).

Αφ’ ενός, δεν είναι η επισκεψιμότητα που αποτελεί τον κομβικό παράγοντα κερδοφορίας για τις εταιρείες του κλάδου της ενημέρωσης, αλλά τα έσοδα – και τα δύο αυτά μεγέθη αποκλίνουν ολοένα και περισσότερο εδώ και δεκαετίες.

Πριν από την ανάδυση του Διαδικτύου, οι εφημερίδες πραγματοποιούσαν συνήθως περί τα τρία τέταρτα των εσόδων τους από τη διαφήμιση. Κυκλοφορία – δηλαδή συνδρομές και πωλήσεις στα διάφορα σημεία διάθεσης του Τύπου – αντιπροσώπευαν το υπόλοιπο ένα τέταρτο.

Αυτό έχει αλλάξει δραστικά, καθώς οι διαφημιζόμενοι στα ΜΜΕ μετανάστευσαν στην Facebook και στην Google, των οποίων το στοχευμένο και πλούσιο σε δεδομένα προϊόν είναι πολύ πιο ελκυστικό από το είδος της μονοδιάστατης διαφημιστικής προβολής που κάποτε αγόραζαν στις σελίδες των εφημερίδων.

Είναι αυτή η δομική αλλαγή – στροφή, πολύ περισσότερο από το τι συμβαίνει με την κυκλοφορία και την επισκεψιμότητα, που προκαλεί τα δεινά της βιομηχανίας των μέσων ενημέρωσης.

Στην Αυστραλία, τα έσοδα από την έντυπη και ψηφιακή κυκλοφορία των εφημερίδων θα εμφανιστούν μειωμένα κατά περίπου 320 εκατομμύρια αυστραλιανά δολάρια στη δεκαετία που θα τελειώσει το 2023 (2013-2023), σύμφωνα με μελέτη της PricewaterhouseCoopers. Η διαφήμιση θα έχει μειωθεί κατά 1,43 δισεκατομμύρια αυστραλιανά δολάρια, σε βαθμό που θα αντιπροσωπεύει ποσοστό ελάχιστα άνω του 50% του συνόλου των εσόδων.

Μόνη λύση η στροφή στο συνδρομητικό περιεχόμενο

Το να βασίζεται κανείς υπέρμετρα σε μια συρρικνούμενη “χοάνη” χρημάτων από τη διαφήμιση και την επισκεψιμότητα που αποτελεί προϋπόθεση γι’ αυτά, ελάχιστα θα καθυστερήσει το αναπόφευκτο.

Οι επιχειρήσεις του χώρου των media που τα πηγαίνουν καλύτερα είναι εκείνες που έχουν καταφέρει να αυξήσουν τα έσοδα από την κυκλοφορία προσελκύοντας μια βάση πιστών συνδρομητών, όπως οι New York Times και οι Financial Times.

Το μεγαλύτερο όφελος της αφαίρεσης ειδήσεων από τη ροή του Facebook, ωστόσο, δεν θα αφορούσε στενά τις εταιρείες μέσων μαζικής ενημέρωσης, αλλά το σύνολο της κοινωνίας.

Κάποτε, το Facebook ήταν μια “καλοκάγαθη” πλατφόρμα για να μοιράζεται κανείς φωτογραφίες των μωρών του και να επικοινωνεί με μακρινούς συγγενείς.

Σύμφωνα και με την παραδοχή των ίδιων των στελεχών της εταιρείας, έχει πλέον χρησιμοποιηθεί για υποκίνηση βίας, για διάδοση σε μαζική κλίμακα παραπλανητικής πληροφόρησης και για διεξαγωγή κυβερνοπολέμου.

Ο εκδότης εκείνος ο οποίος επωφελείται περισσότερο από τη ροή ειδήσεων στο Facebook (όσον αφορά τα μετρήσιμα στοιχεία που τον ενδιαφέρουν – επισημάνσεις “μου αρέσει”, “κοινοποιήσεις” και κλικ) δεν είναι σίγουρα μια εταιρεία μέσων ενημέρωσης που επενδύει στη δημοσιογραφία δημοσίου συμφέροντος, αλλά ο αγκιτάτορας της ριζοσπαστικής Δεξιάς στις ΗΠΑ Ben Shapiro:

Η τρέχουσα μορφή της Facebook ως της πλέον ισχυρής και λιγότερο ρυθμιστικά ελεγχόμενης εταιρείας του χώρου των media στον κόσμο έχει σίγουρα αποδειχθεί κερδοφόρα, ωστόσο ο συνδυασμός δύναμης και απουσίας ευθύνης ήταν πάντα ένας επικίνδυνο “κοκτέιλ”.

Ένας από τους κύριους αντιπάλους της, η TikTok, η οποία ανήκει στην Bytedance, διασπάται υποχρεωτικά με κρατική εντολή, ακριβώς λόγω των ανησυχιών για το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις μέσων κοινωνικής δικτύωσης ασκούν υπερβολικό έλεγχο επί των δεδομένων των χρηστών και επηρεάζουν τη δημόσια συζήτηση.

Ο κόσμος είναι καλύτερος όταν οι εταιρείες του κλάδου των μέσων ενημέρωσης εμπνέουν περισσότερο εμπιστοσύνη παρά φόβο. Προσπαθώντας να εκφοβίσει δημοσίως μια κυβέρνηση προκειμένου να τροποποιήσει ένα σχέδιο νόμου της τελευταίας προς την κατεύθυνση που την εξυπηρετεί, η Facebook φαίνεται να έχει ξεχάσει αυτό το δίδαγμα.

Πηγή: Bloomberg

Share This