Το χτύπημα του κορωνοϊού μπορεί να φέρει ριζικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των χρηματιστηρίων και των traders. Ποια συμπεράσματα έβγαλαν τα στελέχη των επενδυτικών τραπεζών. Η ψηφιακή τεχνολογία και ο ανθρώπινος παράγοντας.

Της Gillian Tett

Ένα παράδοξο κατατρέχει τους διαπραγματευτές τίτλων στη Wall Street και στο City στον αιώνα που διανύουμε. Από τη μία, οι αγορές έχουν μετατοπιστεί στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες και οι συναλλαγές μπορούν θεωρητικά να γίνουν από οπουδήποτε. Αλλά τα χρηματιστήρια έχουν επίσης δαπανήσει παχυλά ποσά σε εντυπωσιακές αίθουσες συναλλαγών, θεωρώντας ότι πρέπει να υπάρχουν άνθρωποι που κάθονται και κοιτάνε την τεχνολογία.

Μπορεί η εμπειρία της Covid-19 να λύσει αυτό το παράδοξο; Tους έξι τελευταίους μήνες, τα μέτρα καραντίνας πέτυχαν αυτό που δεν μπορούσε να πετύχει από μόνη της η ψηφιακή καινοτομία: ανάγκασε τους χρηματιστές να βασιστούν σε ψηφιακά εργαλεία. Πολλές αίθουσες συναλλαγών λειτούργησαν χωρίς προσωπικό. Ακόμα και χώροι που έχουν «ξανανοίξει», όπως το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης στα τέλη Μαΐου, έχουν μειώσει δραματικά την ανθρώπινη παρουσία.

Κορυφαία στελέχη έχουν αρχίσει πλέον να επεξεργάζονται αυτή την εμπειρία. Και κεκλεισμένων των θυρών, καταλήγουν σε συμπεράσματα που ενδιαφέρουν τους επενδυτές, κυρίως επειδή αθόρυβα θα οδηγήσουν σε νέα δεδομένα στον χρηματοοικονομικό κόσμο.

Το πρώτο είναι πως πρέπει να αλλάξει ο σχεδιασμός για έκτακτες καταστροφές. Μέχρι τώρα, οι τράπεζες υπέθεταν ότι το κλειδί της ανθεκτικότητας σε ένα σοκ -ας πούμε σε μία ψηφιακή επίθεση- είναι η κατασκευή μεγάλων εφεδρικών κέντρων δεδομένων. Αλλά αυτά αποδείχθηκαν μάλλον άχρηστα στην πανδημία και θα μπουν πλέον σε δεύτερο πλάνο.

To ρίσκο όσον αφορά τα πρόσωπα-κλειδιά πρέπει επίσης να διευρυνθεί. Όταν χτύπησε ο ιός, μπορούσε να μολύνει οποιονδήποτε βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Στα γραφεία της JP Morgan στο Μανχάταν τον Μάρτιο, για παράδειγμα, 20 διαπραγματευτές τίτλων αρρώστησαν σε ένα μόνο όροφο. Αυτό είναι σημαντικό. Οι χρηματιστές που δουλεύουν στον ίδιο τομέα συνήθως μαζεύονται μαζί και τα υψηλόβαθμα στελέχη μπορεί να μην ξέρουν τι πρέπει να κάνουν ακριβώς.

«Ο παραδοσιακός τρόπος δουλειάς ήταν να έχουμε όλους όσοι είναι εξειδικευμένοι σε έναν τομέα να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλο, το οποίο εκ των υστέρων δεν φαίνεται σαν φοβερό σχέδιο», ανέφερε πρόσφατα σε πάνελ στο LSE ο Τσαρλς Βρίστοου, επικεφαλής διαπραγμάτευσης επιτοκίων στην JP Morgan. Η τράπεζα σχεδιάζει τώρα να κρατήσει «όσους είναι εξειδικευμένοι σε έναν τομέα μακριά τον έναν από τον άλλο, όταν υπάρχει πίεση».

Έπειτα είναι και το ότι η εργασία από το σπίτι επηρεάζει τη ρευστότητα, κάτι που μπορεί να πλήξει τον απλό επενδυτή. Ο Τζόναθαν Κόρπινα, ο οποίος διαχειρίζεται χρηματιστηριακή στο NYSE, τόνισε στο πάνελ του LSE ότι όταν «στις αγορές δεν υπήρχε η ανθρώπινη παρουσία τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, τα spread διευρύνθηκαν, οι τιμές επηρεάστηκαν, οπότε ο τελικός καταναλωτής πήρε χειρότερες τιμές από ό,τι θα έπαιρνε συνήθως». Οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να το έχουν αυτό υπόψη.

Οι έξυπνοι διαπραγματευτές τίτλων μπορούν να αποκομίσουν κέρδη από τέτοιες αναταράξεις, αλλά το κάνουν καλύτερα όταν δουλεύουν πρόσωπο με πρόσωπο. Ο Ντάνιελ Μπέουνζα, κοινωνιολόγος που μελετάει τον χρηματοοικονομικό τομέα και με τραπεζικά στελέχη σχετικά με τη μεταβλητότητα της αγοράς τον Μάρτιο, επισημαίνει ότι σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία, οι διαπραγματευτές που δούλευαν σε ομάδες στο γραφείο είχαν καλύτερη επίδοση.

Ένας λόγος γι’ αυτό, λέει ο κ. Μπέουνζα, είναι πως ό,τι συμβαίνει στο εσωτερικό συμπαγών ομάδων χρηματιστών έχει μικρότερη σημασία από τη λεγόμενη «τυχαία ανταλλαγή πληροφοριών» μεταξύ ομάδων. «Αυτό που είναι δύσκολο να υποκαταστήσει κανείς είναι οι πληροφορίες που δεν χρειάζεται… οι κουβέντες που ακούει από ένα γραφείο σε διπλανό δωμάτιο ή μια λέξη που ακούει, που του γεννά κάποια ιδέα» σημειώνει ο κ. Μπρίστοου. «Αν εργάζεται κανείς από το σπίτι, δεν γνωρίζει ότι χρειάζεται την πληροφορία αυτή».

Η απώλεια αυτής της «τυχαίας πληροφόρησης» μπορεί να υπονομεύσει την εταιρική κουλτούρα και να κάνει πιο δύσκολη την ενσωμάτωση των νεοφερμένων. «Οι τυχαίες συναντήσεις βοηθούν τη δημιουργικότητα και δημιουργούν εμπιστοσύνη, γιατί μπορείς να γνωρίσεις ανθρώπους πρόσωπο με πρόσωπο», υποστηρίζει ο Κέρστιν Σέιλερ, καθηγητής στα κοινωνικά και χωρικά δίκτυα. Ο κ. Μπρίστοου προσθέτει: «Ο καλύτερος τρόπος για να διαμορφώσει κανείς την εργασιακή κουλτούρα στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες είναι μέσω της παρατήρησης και μέσω καθαρών παρεμβάσεων από τη διοίκηση. Αυτό γίνεται πιο δύσκολο με την τηλεργασία».

Ποια είναι η λύση; Οι χρηματιστές διστάζουν να τους καλέσουν όλους πίσω στο γραφείο και υποψιάζονται ότι κάποιες υπηρεσίες ίσως να μην επιστρέψουν ποτέ πλήρως. Ο Ντάνιελ Πίντο, επικεφαλής της επενδυτικής τράπεζας της JP Morgan, παρατήρησε την περασμένη εβδομάδα ότι «ανάλογα με το αντικείμενο εργασίας, το προσωπικό μας μπορεί να εργάζεται μια εβδομάδα τον μήνα από το σπίτι ή δύο ημέρες την εβδομάδα από το σπίτι ή δύο εβδομάδες τον μήνα “εναλλάξ”». Όπως τόνισε, αυτό θα είναι «εν πολλοίς κάτι μόνιμο».

Αν η πρόβλεψη αυτή είναι σωστή, η πρόκληση τώρα αφορά την «τυχαία ανταλλαγή πληροφοριών». Οι τράπεζες αναζητούν λύσεις: η JP Morgan σχεδιάζει τη μικροδιαχείριση των βαρδιών για να αναμειγνύει μεταξύ τους διαφορετικές ομάδες. Οι τραπεζίτες εξετάζουν επίσης αλλαγές στην αρχιτεκτονική διαρρύθμιση. (Ο καθηγητής Σέιλερ λέγει ότι «είναι καλύτερο οι εργαζόμενοι στο γραφείο να είναι διατεταγμένοι σαν ένα πλέγμα»).

Είναι αμφίβολο αν αυτό θα έχει αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ, η πανδημία έχει δώσει ώθηση στις ψηφιακές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ενώ καταδεικνύει ότι ο ψηφιακός χώρος λειτουργεί καλύτερα όταν οι χρηματιστές ενσωματώνουν τον «ανθρώπινο παράγοντα».

Αυτά τα σχέδια για το πώς θα είναι διατεταγμένοι οι εργαζόμενοι στο γραφείο έχουν περισσότερη σημασία από ποτέ και όχι μόνο για την άμβλυνση των εγωισμών.

ΠΗΓΗ: The Financial Times
Share This