του Wolfgang Münchau

Ως αφοσιωμένοι ακόλουθοι της μόδας, οι Ευρωπαίοι κεντρικοί τραπεζίτες ακολουθούν και τις θεωρητικές τάσεις που καθιερώνονται από άλλους.

Όταν η στόχευση του πληθωρισμού ήταν δημοφιλής τη δεκαετία του 1990, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υιοθέτησε το νέο καθεστώς και ενστερνίστηκε την οικονομική θεωρία που βρισκόταν από πίσω του. Η στόχευση του πληθωρισμού αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη για μία περίπου δεκαετία. Αυτό σταμάτησε να ισχύει τη στιγμή που η Ευρώπη ήρθε αντιμέτωπη με σειρά κρίσεων. Η τελευταία φορά που ο δομικός πληθωρισμός στην ευρωζώνη ξεπέρασε το 2% ήταν το 2008.

H μόνιμη αδυναμία της ΕΚΤ να επιτύχει τον στόχο για πληθωρισμό κοντά αλλά κάτω από το 2% δεν έχει να κάνει σε τίποτα με το επίπεδο του στόχου ή με την εγγενή ασυμμετρία. Η στόχευση του πληθωρισμού στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι ο στόχος που έχει θέσει η κεντρική τράπεζα είναι αξιόπιστος. Υπήρχαν εποχές που τα εργατικά συνδικάτα και οι εργοδότες χρησιμοποιούσαν τον στόχο της ΕΚΤ ως βάση για τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις. Κανείς δεν το κάνει πια αυτό. Η ΕΚΤ έχει χάσει τον έλεγχο του πληθωρισμού. Δεν είναι δικό της λάθος αλλά είναι μια πραγματικότητα.

Η υιοθέτηση ενός διαφορετικού τύπου στόχου δεν θα αλλάξει κάτι. Διεξάγεται μια συζήτηση σχετικά με μια εναλλακτική αντίληψη: τη στόχευση του επιπέδου τιμών. Η διαφορά είναι πως το καθεστώς αυτό αποζημιώνει για προγενέστερες αποκλίσεις από τον στόχο, ενώ η στόχευση του πληθωρισμού αφήνει πίσω το παρελθόν. Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ μόλις υιοθέτησε αυτό που θα αποκαλούσα ευέλικτη στόχευση του επιπέδου των τιμών, επιτρέποντας μια αύξηση του πληθωρισμού πάνω από τον στόχο, για να αντισταθμίσει την παραμονή του σε χαμηλότερα επίπεδα στο παρελθόν αλλά χωρίς να δεσμεύεται σε ένα επίσημο μελλοντικό επίπεδο τιμών.

O πληθωρισμός στις ΗΠΑ μπορεί εύκολα να σκαρφαλώσει πάνω από το 2% καθώς η οικονομία ανακάμπτει, αλλά δεν υπάρχει πιθανότητα να συμβεί αυτό στην Ευρώπη. Τον Αύγουστο, ο ετήσιος δομικός πληθωρισμός στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο ιστορικό χαμηλό επίπεδο του 0,4%. Η οικονομική ανάκαμψη έχει αποδυναμωθεί μετά το αρχικό άλμα που ακολούθησε την άρση των μέτρων καραντίνας.

To ερώτημα που πρέπει να θέσουν στον εαυτό τους οι φορείς άσκησης πολιτικής στην Ευρώπη είναι το εξής: πώς κατάφερε η ευρωζώνη να παγιδευτεί σε μια αποπληθωριστική παγίδα; Πιστεύω ότι οι δύο ακόλουθοι παράγοντες διαδραματίζουν έναν ρόλο: ένδεια δημόσιων επενδύσεων και μια χρόνια ανεπάρκεια για στοχευμένη δημοσιονομική τόνωση κατά τη διάρκεια μιας κρίσης.

Ένα καλό παράδειγμα μιας κακοσχεδιασμένης τόνωσης είναι τα μέτρα €100 δισ. της Γαλλίας για τη στήριξη της προσφοράς, τα οποία περιλαμβάνουν διάφορων ειδών φορολογικές ελαφρύνσεις, τα περισσότερα από τα οποία δεν θα τεθούν σε ισχύ πριν το 2021. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη-μέλη είναι πολύ καλοί στο να κοροϊδεύουν αφελείς εξωτερικούς παρατηρητές με μεγάλα νούμερα. Η Γερμανία επαινέθηκε για το πακέτο €25 δισ. για την πιστωτική στήριξη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, αλλά μέχρι τώρα έχουν αντληθεί μόνο €700 εκατ.

Επίσης, από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο οι καταθέσεις των κυβερνήσεων στο τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης εκτινάχτηκαν κατά €339 δισ. Πρόκειται για χρήματα που προορίζονταν για δημοσιονομική τόνωση αλλά τώρα οι κυβερνήσεις τα βάζουν στην άκρη. Είναι ενδιαφέρον να δούμε πόσα από τα €312 δισ. που συμφώνησε πρόσφατα η Ε.Ε. για δημοσιονομική τόνωση θα βρουν τελικά τον δρόμο τους στην πραγματική οικονομία. Γενικά, είναι μια καλή συμβουλή να μη βασίζεται κανείς στη δημοσιονομική τόνωση μέχρι να δει ανεξάρτητα στοιχεία για το πού κατευθύνεται. Μέχρι τότε, τα νούμερα που ανακοινώνονται πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υπόσχεση.

Όταν οι οικονομίες είναι κολλημένες σε μια κατάσταση διαρθρωτικής στασιμότητας, έχουν μεγαλύτερα προβλήματα από τον στόχο του πληθωρισμού. Δεν είμαι οπαδός της σύγχρονης νομισματικής θεωρίας αλλά όσοι την υπερασπίζονται, έχουν δίκιο σε ένα πράγμα: είναι ώρα να αμφισβητήσουμε τις ορθοδοξίες του τρέχοντος δόγματος, όπως η στόχευση του πληθωρισμού και η συνακόλουθη ιδέα της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας. Και οι δύο βασίζονται σε μια οικονομική θεωρία η οποία έχει επανειλημμένα αποτύχει να εξηγήσει τα κύρια χαρακτηριστικά της οικονομικής ζωής τον 21ο πρώτο αιώνα.

Ένας επιπλέον πονοκέφαλος για τους ευρωπαϊκούς φορείς άσκησης πολιτικής είναι η ανατίμηση του νομίσματος. Η ισοτιμία ευρώ/δολαρίου άγγιξε το $1,20 στην αρχή του μήνα. Η πραγματική ισοτιμία του ευρώ -προσαρμοσμένη στις εμπορικές ροές- ανήλθε σε υψηλό πέντε ετών τον περασμένο μήνα. Είναι ένα περιβάλλον στο οποίο πρέπει να εστιάσουν οι Ευρωπαίοι πολιτικοί και κεντρικοί τραπεζίτες. Θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο να σπαταλήσουν τους επόμενους 12 μήνες συζητώντας για τη στόχευση του επιπέδου των τιμών, όταν υπάρχουν πιο επείγοντα προβλήματα, όπως τα χρέη των εταιρειών, η παραγωγικότητα και η ανατίμηση της ισοτιμίας.

Η ΕΚΤ πρέπει να είναι απόλυτα ειλικρινής τόσο με τον εαυτό της όσο και με τους ηγέτες της Ε.Ε. σχετικά με το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να επιτύχει. Θα ήταν λάθος να πει ότι η νομισματική πολιτική είναι αναποτελεσματική. Αλλά θα ήταν επίσης λάθος να δηλώσει το αντίθετο: ότι μια τράπεζα μπορεί να κάνει και να επιτύχει ό,τι χρειαστεί.

ΠΗΓΗ: Financial Times

Share This