Του Andreas Kluth

Σχεδόν τρεις δεκαετίες αφότου ο αείμνηστος Σάμιουελ Χάντινγκτον διατύπωσε την υπόθεση μιας επερχόμενης “σύγκρουσης πολιτισμών”, υπάρχουν εκείνοι που – για δικούς τους κυνικούς σκοπούς – θα καλωσόριζαν κάτι τέτοιο.

Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνεται ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Αυτό τον μήνα, για άλλη μια φορά επέλεξε να ανοίξει μια διαμάχη με την Ευρώπη και συγκεκριμένα με τη Γαλλία. Η χώρα αυτή είναι συνταγματικά ισλαμοφοβική, ισχυρίζεται. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν πρέπει να κάνει έλεγχο της ψυχικής του υγείας, ανέφερε επανειλημμένα. Οι μουσουλμάνοι, δε, σε όλο τον κόσμο πρέπει να μποϊκοτάρουν τα γαλλικά αγαθά, παρότρυνε ο Ερντογάν, προσποιούμενος ότι μιλούσε εξ ονόματος ολόκληρου του μουσουλμανικού ποιμνίου ανά τον κόσμο.

Ο Ερντογάν, ωστόσο, επιλέγει αυτη τη μάχη, όπως και πολλές άλλες περιττές συγκρούσεις, προκειμένου να αποσπάσει τους Τούρκους από την κυβερνητική του αποτυχία, έτσι ώστε να μπορεί να συνεχίσει να εμφανίζεται ως ο “αποκαταστάτης” του τουρκικού μεγαλείου, το οποίο ορίζεται σε αντίθεση με τη Δύση.

Ούτε οι μουσουλμάνοι ούτε οι Ευρωπαίοι που ακολουθούν άλλα θρησκευτικά δόγματα δεν πρέπει πρέπει να “αγοράσουν” την πρόκλησή του. Κάτι τέτοιο θα ήταν άσκοπο, μη εποικοδομητικό και επικίνδυνο.

“Οι σύγχρονοι Σταυροφόροι”
Ανακεφαλαιώνοντας: σε ένα προάστιο του Παρισιού αυτό τον μήνα, ένας έφηβος ο οποίος γεννήθηκε στην Τσετσενία αποκεφαλίζει τον Σαμουέλ Πατί, καθηγητή σε σχολείο.

Ο Πάτι είχε δείξει στους μαθητές του σκίτσα του Προφήτη Μωάμεθ σε ένα μάθημα πολιτικής αγωγής με θέμα την ελευθερία του λόγου, το οποίο περιελάμβανε μια συζήτηση για την τρομοκρατική επίθεση πριν από πέντε χρόνια στο σατιρικό περιοδικό Charlie Hebdo.

Σε ένα έγκλημα – προφανή απομίμηση του προηγούμενου, αυτήν την εβδομάδα, ένας Τυνήσιος στη Νίκαια αποκεφάλισε μια γυναίκα και σκότωσε άλλους δύο ανθρώπους.

Σε απάντηση, ο Μακρόν καταστέλλει έκτοτε ορισμένους από τους εξτρεμιστικούς χώρους αναπαραγωγής τέτοιου τύπου τρομοκρατών. Ο Ερντογάν εκμεταλλεύτηκε αυτήν την αντίδραση για να προσποιηθεί ότι ο Μακρόν, η Γαλλία και σιωπηρά όλη η Ευρώπη είναι εχθροί του Ισλάμ, σύγχρονοι Σταυροφόροι.

Ας διαχωρίσουμε τα σκέλη της δράσης και της αντίδρασης. Οι αποκεφαλισμοί και άλλες δολοφονίες είναι βαρβαρικά εγκλήματα στη Γαλλία, όπως θα ήταν και στην Τουρκία ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Πρέπει να διωχθούν αναλόγως.

Επιπλέον, ο Μακρόν ή οποιοσδήποτε άλλος ηγέτης δικαιολογείται να καταπολεμεί τον εξτρεμισμό που υποκινεί τέτοιες φρικαλεότητες, όπως οι κυβερνήσεις πρέπει να επιδιώκουν να κάνουν με κάθε είδους τρομοκρατία.

Ο Μακρόν είχε επίσης το δικαίωμα να υπερασπιστεί την ελευθερία του λόγου, η οποία στην περήφανα κοσμική του χώρα περιλαμβάνει, όπως το έθεσε, το “δικαίωμα στη βλασφημία”. Ωστόσο, στη συνέχεια, αναμφισβήτητα υπερέβη ορισμένα όρια, όπως το συνηθίζει. Δεν ήταν δική του δουλειά να ισχυριστεί ότι το Ισλάμ “βρίσκεται σε κρίση σε όλο τον κόσμο σήμερα”.

Κύριος υπεύθυνος ο Ερντογάν και όχι ο Μακρόν
Ακόμη κι έτσι, ωστόσο, πρέπει να διαφωνήσω με τον συνάδελφό μου Pankaj Mishra, ο οποίος αποδίδει μεγαλύτερη ευθύνη στον Μακρόν παρά στον Ερντογάν για την τρέχουσα κλιμάκωση. Το χειρότερο που μπορεί να ειπωθεί για τον Μακρόν είναι ότι έχει ένα πρόβλημα τόνου και “κλιμάκωσης”.

Αντίθετα, ο Ερντογάν είναι κυνικός με πολύ πιο κακόβουλο τρόπο.

Υπήρχε μία εποχή κατά την οποία ο Ερντογάν δεν θεωρούσε τη Δύση ως εχθρό της Τουρκίας και μάλιστα ήθελε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως, αισθανόμενος απόρριψη από τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο, το Παρίσι και άλλες δυτικές πρωτεύουσες, έχει μετατραπεί σε λαϊκιστή, αναθεωρητή και πολεμοχαρή.

Χρησιμοποίησε μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία ως πρόσχημα για να πλήξει τις πολιτικές ελευθερίες, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας του λόγου, την οποία υπερασπίζεται σήμερα η Γαλλία. Διαχειρίστηκε δε με πολύ άσχημα αποτελέσματα την οικονομία της Τουρκίας.

Για να αποσπάσει την προσοχή των Τούρκων από αυτές τις αποτυχίες, προσπαθεί να διεκδικήσει τον μανδύα του πάλαι ποτέ οθωμανικού και ισλαμικού μεγαλείου. Έτσι, απορρίπτει την κοσμική κληρονομιά του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (“πατέρα των Τούρκων”). Γι’ αυτό, για παράδειγμα, ο Ερντογάν μετέτρεψε την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης σε τζαμί.

Χτισμένη από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α’ τον 6ο αιώνα, ήταν για αιώνες η μεγαλύτερη εκκλησία του χριστιανικού κόσμου, έως ότου ο Οθωμανός σουλτάνος ​​Μεχμέτ Β’ το 1453 την μετέτρεψε σε τέμενος. Το 1934, ο Ατατούρκ την μετέτρεψε σε μουσείο. Καθιστώντας την ξανά τζαμί, ο Ερντογάν σηματοδοτεί ότι είναι ένας “νέος σουλτάνος”.

Η ηγεμονία στο σουνιτικό Ισλάμ
Στο μυαλό του, ο Ερντογάν θέλει η Τουρκία να αντικαταστήσει τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο ως θεματοφύλακας του σουνιτικού Ισλάμ, όπως κάποτε ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και θέλει να προβάλει εξουσία και ισχύ προς όλες τις κατευθύνσεις, τόσο προς τη Μόσχα όσο και προς τη Δύση.

Αυτός είναι ο λόγος που παρεμβαίνει σε συγκρούσεις ανά την ευρύτερη περιοχή, από τη Συρία έως τη Λιβύη και την ανατολική Μεσόγειο – και τώρα επίσης στις μάχες μεταξύ των (εθνικά τουρκογενών) Αζέρων και των Αρμενίων.

Σε πολλές από αυτές τις συγκρούσεις βρίσκει τη Γαλλία στο αντίπαλο στρατόπεδο.

Τυπικά, η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ και εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην πραγματικότητα, ο Ερντογάν έχει ανάγκη να απεικονίζει την Ευρώπη ως εχθρό. Επειδή είναι αδύναμος στο εσωτερικό της χώρας του, θα εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία που του δίνεται για προπαγάνδα.

Ο κίνδυνος είναι ότι στη διαδικασία μπορεί να “απελευθερώσει” πάθη και μίση πολύ πέρα ​​από τον έλεγχό του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου, που πιθανόν να προκαλέσουν περισσότερη βία, ανθρώπινο πόνο και ίσως πόλεμο.

Οι Ευρωπαίοι και οι Τούρκοι οποιασδήποτε πίστης πρέπει να διαβλέψουν την ουσία της ματαιοδοξίας και του κυνισμού του Ερντογάν – και να τον αγνοήσουν επιδεικτικά.

ΠΗΓΗ BLOOMBERG

 

Share This