του James Politi (Ουάσινγκτον)

«Κανένας δεν τα βάζει με τον Joe», είπε ο Barack Obama την ώρα που επιφόρτιζε τον αντιπρόεδρό του Joe Biden τον Φεβρουάριο του 2009 με μια δύσκολη αποστολή: την επίβλεψη του πακέτου τόνωσης ύψους 787 δισ. δολαρίων που θα βοηθούσε τις ΗΠΑ να βγουν από τη βαθιά ύφεση που προκάλεσε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Την επόμενη ημέρα, στην Αίθουσα Ρούσβελτ στον Λευκό Οίκο, ο κ. Biden έδωσε τη δική του άποψη για την αποστολή. «Πρέπει να διασφαλίσουμε πως θα μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτή την οικονομική κρίση. Και για να το κάνουμε αυτό, πρέπει να κάνουμε κάτι που είναι κάπως πρωτοφανές», είπε. «Αυτό είναι ένα μνημειώδες έργο, αλλά νομίζω πως είναι εφικτό».

Σχεδόν 12 χρόνια αργότερα, ο κ. Biden αντιμετωπίζει δυνητικά ένα παρόμοιο εγχείρημα, αλλά με ακόμα μεγαλύτερη εξουσία και ευθύνη. Αν επικρατήσει στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ την Τρίτη, και εκθρονίσει τον Donald Trump, ο 77χρονος πρώην γερουσιαστής του Ντέλαγουεαρ θα βρεθεί να πρέπει να ενισχύσει την ανάκαμψη της Αμερικής μετά από ένα οικονομικό σοκ που κληρονόμησε από μια Ρεπουμπλικανική κυβέρνηση, που αυτή τη φορά δημιουργήθηκε από την πανδημία του κορωνοϊού.

Οδεύοντας προς τα τελευταία μέτρα του αγώνα, ο κ. Biden προηγείται του κ.Trump στις εθνικές δημοσκοπήσεις με 8,5 ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με το tracker δημοσκοπήσεων των FT, με μικρότερο αλλά σημαντικό προβάδισμα στις αμφίρροπες πολιτείες. Αν και ο κ. Trump θα μπορούσε και πάλι να κάνει την ανατροπή, όπως έκανε το 2016, ωστόσο το προβάδισμα του κ. Biden έχει αυξήσει το ενδιαφέρον για τα οικονομικά του σχέδια και στόχους, καθώς και για την ικανότητά του να τα περάσει από το Κογκρέσο.

Πολλοί Δημοκρατικοί ελπίζουν πως η όποια οικονομική αντίδραση αυτή τη φορά θα φέρει πιο ταχεία βελτίωση στην απασχόληση και στους μισθούς απ’ ότι έκανε στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, την οποία ακολούθησε μια σταθερή αν και υποτονική ανάκαμψη. Αλλά προσπαθούν επίσης να πετύχουν ακόμα περισσότερα: ευρύτερα οφέλη για τις χαμηλού εισοδήματος και μειονοτικές κοινότητες, μια πιο «πράσινη» κοινωνία, και ένα εργατικό δυναμικό με μεγαλύτερη εξειδίκευση.

Η πλατφόρμα του κ. Biden ονομάζεται «Build Back Better» (σ.σ. «να ξαναχτίσουμε καλύτερα») – που δείχνει την επιθυμία του να αναδιαρθρώσει την αμερικανική οικονομία αυξάνοντας τους φόρους των πλουσίων προκειμένου να χρηματοδοτήσει επενδύσεις ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων στα δημόσια αγαθά, από τις υποδομές μέχρι την καθαρή ενέργεια, την Παιδεία και την Υγεία.

Η οικονομική κοινή αντίληψη έχει κάνει δραματική στροφή υπέρ των στόχων αυτών τα τελευταία χρόνια: τόσο η Fed όσο και το ΔΝΤ έχουν προτείνει ότι δικαιολογείται στις ΗΠΑ η επιπλέον δημοσιονομική στήριξη προκειμένου να αντιμετωπιστεί η οικονομική επίπτωση της πανδημίας, ακόμα και αν αυτό σημαίνει υψηλότερα ελλείμματα.

Έχουν επίσης σημειώσει την ανάγκη μείωσης των εισοδηματικών και φυλετικών ανισοτήτων, και αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής ως οικονομικού κινδύνου. Επιπλέον, η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ είναι πιθανό να διατηρήσει τη νομισματική της πολιτική εξαιρετικά χαλαρή στην αρχή μιας πρώτης θητείας του κ. Biden, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για επιπλέον κυβερνητικές δαπάνες και δανεισμό.

Η εφαρμογή ενός τέτοιου σαρωτικού οικονομικού σοκ δεν θα είναι εύκολη για τον κ. Biden. Οι Ρεπουμπλικάνοι στο Καπιτώλιο πιθανόν θα κινηθούν γρήγορα προς μια δημοσιονομική πειθαρχία –κάτι που, σύμφωνα με τους επικριτές, αγνόησαν υπό την προεδρία του κ. Trump- στην περίπτωση που κερδίσει τον Λευκό Οίκο ο υποψήφιος των Δημοκρατικών, μπλοκάρωντας δυνητικά την ατζέντα του νέου προέδρου από την αρχή.

«Το οικονομικό σχέδιο του Biden είναι πραγματικά τρομερά φιλόδοξο, με τρόπο που προ δεκαετίας κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί», δηλώνει ο Austan Goolsbee, οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Σικάγο που είχε διατελέσει επικεφαλής του συμβουλίου οικονομικών συμβούλων του κ. Obama.

Όμως προειδοποιεί: «έχω κουραστεί από την εμπειρία του 2010-2011: νομίζω πως είναι σχεδόν αναπόφευκτο, ότι οι Ρεπουμπλικάνοι θα αρχίσουν αμέσως να προσπαθούν να αντιστρέψουν τα πάντα που έχουν πει τα τελευταία τέσσερα χρόνια και να ισχυριστούν πως η λιτότητα και η μείωση των ελλειμμάτων είναι κρίσιμης σημασίας, για να προσπαθήσουν να αποτρέψουν την εφαρμογή της λαϊκής εντολής από έναν Δημοκρατικό πρόεδρο».

Την ίδια ώρα, μια προεδρία Biden θα αντιμετώπιζε τεράστιες πιέσεις από την αριστερή πτέρυγα του δικού του κόμματος να τηρήσει τις υποσχέσεις που έδωσε προεκλογικά για θαρραλέες ενέργειες, κάτι που θα μπορούσε να περιορίσει την ικανότητά του να ελιχθεί και να συμβιβαστεί.

«Η τρύπα στην οποία βρισκόμαστε τώρα είναι πολύ βαθιά για αποτελέσει μέρος της λύσης η σταδιακή εφαρμογή αλλαγών. Θα ήταν ένα καλό αποτέλεσμα για τους Αμερικάνους και θα ήταν κακή πολιτική», σύμφωνα με τον Steph Sterling, αντιπρόεδρο του προοδευτικού Ινστιτούτου Ρούσβλετ. «Μια εκδοχή αυτού την εφαρμόσαμε το 2009, και δεν είχε καλό αποτέλεσμα».

Καθοδηγώντας τη Γερουσία
Αν ο κ. Biden κερδίσει τον Λευκό Οίκο, η οικονομική του αντίδραση θα διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από αρκετούς άγνωστους ακόμα παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι αν η πανδημία του κορωνοϊού θα εξακολουθεί να βρίσκεται σε έξαρση στις ΗΠΑ στις 20 Ιανουαρίου όταν προγραμματίζεται να αναλάβει επισήμως τα καθήκοντά του ο νέος πρόεδρος, απειλώντας να επιβραδύνει περαιτέρω την οικονομική ανάκαμψη από το σοκ της πανδημίας. Ενώ τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν την Πέμπτη έδειξαν μια έντονη ανάκαμψη του ΑΠΕ το γ’ τρίμηνο, η απασχόληση στις ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο υπολείπονταν κατά 10,7 εκατ. θέσεις σε σχέση με το προ πανδημίας επίπεδο που είχε καταγραφεί τον Φεβρουάριο.

Ένας δεύτερος παράγοντας είναι εάν ο κ. Trump και το Κογκρέσο θα καταλήξουν σε συμφωνία για ένα νέο πακέτο δημοσιονομικής τόνωσης 2 τρισ. δολαρίων πριν αλλάξει η κυβέρνηση, κάτι που θα άμβλυνε κάπως την πίεση σε μια κυβέρνηση Biden για να λάβει γρήγορα οικονομικά μέτρα.

Πιο κρίσιμο, ίσως, είναι το ερώτημα αν οι Δημοκρατικοί θα πετύχουν να ανακτήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικάνους την επόμενη εβδομάδα, κάτι που θα καθιστούσε το πολιτικό σκηνικό πολύ πιο ευνοϊκό για να προχωρήσει τα σχέδιά του ο κ. Biden.

«Μια Δημοκρατική Γερουσία δίπλα στην κυβέρνηση Biden είναι ένας πραγματικός οδικός χάρτης για να γίνουν πράγματα και να κωδικοποιηθούν σε νόμους, αντί να έχουμε τέσσερα χρόνια εκτελεστικών εντολών», ανέφερε ο Scott Mulhauser, πρώην σύμβουλος στο Κογκρέσο και αξιωματούχος των ΗΠΑ στο Πεκίνο, που τώρα εργάζεται στην εταιρεία συμβούλων της Ουάσινγκτον Bully Pulpit Interactive.

Δεδομένης της μακράς ιστορίας του κ. Biden στο νομοθετικό σώμα, έχοντας υπηρετήσει ως γερουσιαστής επί δεκαετίες προτού γίνει αντιπρόεδρος, μπορεί να βρίσκεται σε καλύτερη θέση απ’ ότι οι περισσότεροι πρόσφατοι πρόεδροι για να περάσει τις οικονομικές του προτεραιότητες. Ο κ. Biden ήταν κορυφαίος διαπραγματευτής σε μια σειρά αντιπαραθέσεων μεταξύ της κυβέρνησης Obama και των Ρεπουμπλικάνων του Κογκρέσου για τον προϋπολογισμό, αποκτώντας την φήμη του πραγματιστή dealmaker.

Εν μέσω της πανδημίας, φαίνεται πως υπάρχει μεγαλύτερη λαϊκή στήριξη για το είδος της δυναμικής κυβερνητικής παρέμβασης την οποία προτιμούν οι Δημοκρατικοί, κάτι που θα μπορούσε να δώσει από την αρχή μεγαλύτερο πλεονέκτημα στον κ. Biden.

Σύμφωνα με εθνική δημοσκόπηση της NYT/Siena που δημοσιοποιήθηκε αυτόν τον μήνα, περισσότερα από τα δυο τρίτα των Αμερικάνων στηρίζουν το πακέτο 2 τρισ. δολαρίων για την οικονομία, και παρόμοιες δαπάνες για επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια, ενώ οι γνώμες είναι περίπου χωρισμένες στα δύο σε ό,τι αφορά τις αυξήσεις των εταιρικών φόρων. Δημοσκόπηση της USA Today/Ipsos τον Σεπτέμβριο αποκάλυψε μια ευρεία και αυξανόμενη στήριξη για τον σχεδόν διπλασιασμό του ομοσπονδιακού κατώτατου μισθού από τα 7,25 δολάρια την ώρα στα 15 δολάρια την ώρα, μια ακόμα πολιτική που έχει κεντρική σημασία στην οικονομική πλατφόρμα του κ. Biden.

«Κάτι που φαινόταν εκτός κατεστημένου έχει γίνει μια από τις πρώτες ενέργειες που θα αλλάξουν τις ζωές των ανθρώπων», σύμφωνα με την Mary Kay Henry, πρόεδρο του Service Employees International Union, η οποία προσθέτει πως ο κ. Biden «γνωρίζει πώς να ενώσει τους ανθρώπους». «Νομίζω πως θα είναι ένας συνδυασμός του New Deal, του Σχεδίου Μάρσαλ και της Πράξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της δεκαετίας του 1960, όλα σε μια κυβέρνηση».

Αλλά δεδομένων των μεγάλων αυτών προσδοκιών, πολλοί Δημοκρατικοί και αριστεροί οικονομολόγοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι ελπίδες για ριζική οικονομική αλλαγή «πήγαν φούντο» πριν από μια δεκαετία. Τα μέτρα τόνωσης που διαχειρίστηκε ο κ. Biden υπηρέτησαν τον σκοπό τους αρχικά, αλλά εκ των υστέρων κρίθηκε πως ήταν πολύ λίγα και πως η κυβέρνηση Obama δεν πέτυχε ποτέ να κερδίσει την έγκριση για περισσότερη χρηματοδότηση.

Στη νομοθετική ατζέντα κυριάρχησαν η ψήφιση της μεταρρύθμισης της υγείας και οι προσπάθειες μείωσης των εκπομπών ρύπων, και οι Δημοκρατικοί έχασαν τον έλεγχο του Κογκρέσου από τα «γεράκια» των δαπανών των Ρεπουμπλικάνων. Η στασιμότητα του μέσου εισοδήματος των νοικοκυριών βάρυνε τον κ. Obama καθ’ όλη τη διάρκεια της προεδρίας του.

«Δεν κάναμε αρκετά», δήλωσε η Wendy Edelberg, διευθύντρια του Hamilton Project, ενός think tank οικονομικής πολιτικής στην Ουάσινγκτον και πρώην εκτελεστική διευθύντρια της Financial Crisis Inquiry Commission. «Και στραφήκαμε υπερβολικά γρήγορα στη λιτότητα. Είδαμε αρκετούς κλάδους όπου ήταν εμφανές το πώς επιβαρύνθηκε η οικονομική δραστηριότητα».

Αυτή τη φορά, προσθέτει, «θα ήταν πολύ απογοητευτικό αν στραφούμε στη λιτότητα προτού ανακάμψει η οικονομία και οπωσδήποτε θα φωνάξω όσο πιο δυνατά γίνεται για να αποφύγουμε αυτό το αποτέλεσμα».

Το ένστικτο της εργατικής τάξης
Το τρέχον σχέδιο του κ. Biden προβλέπει ότι οποιαδήποτε βραχυπρόθεσμα μέτρα τόνωσης, όπως η παροχή βοήθειας στις πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις, και τα έκτακτα επιδόματα ανεργίας, θα χρηματοδοτούνται μέσω ελλείμματος, ενώ η αύξηση των μακροπρόθεσμων δαπανών θα χρηματοδοτηθεί εν μέρει τουλάχιστον από την αύξηση των εταιρικών φόρων από το 21% στο 28%, και την αύξηση των φόρων εισοδήματος, κεφαλαιουχικών κερδών και μισθολογικών φόρων των πλουσίων.

Πολλοί οικονομολόγοι έχουν πει πως γενικά το σχέδιο του Biden θα ενισχύσει την αμερικανική οικονομία τα επόμενα χρόνια. Μεταξύ αυτών και η Oxford Economics, που είπε πως η ανάπτυξη του ΑΕΠ υποθέτοντας πως οι Δημοκρατικοί θα έχουν τον έλεγχο του Λευκού Οίκου και του Κογκρέσου, θα αυξάνονταν κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες στο 4% το 2021, σε σύγκριση με το 3,9% εάν διατηρηθεί το status quo. Αλλά η προοπτική της αύξησης φόρων έχει επικριθεί στους συντηρητικούς κύκλους.

«Ότι κάνει είναι ένα αντικίνητρο για την εργασία, ένα αντικίνητρο για τις επενδύσεις, ένα αντικίνητρο για να είσαι παραγωγικός», δήλωσε ο Casey Mulligan, οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Σικάγο, ο οποίος είχε υπηρετήσει στο συμβούλιο Οικονομικών Συμβούλων του κ. Trump.

Οι Ρεπουμπλικάνοι στο Καπιτώλιο έχουν ήδη αρχίσει να ξανα-ανακαλύπτουν τις δημοσιονομικά «γερακίσιες» ρίζες τους. Έχοντας αρχικά στηρίξει με ενθουσιασμό τις μειώσεις φόρων του κ. Trump το 2017 και τα αρχικά μέτρα άμβλυνσης των οικονομικών επιπτώσεων του κορωνοϊού, πολλοί αντιτίθενται τώρα στα επιπλέον μέτρα τόνωσης –μια θέση που είναι πιθανόν να παγιωθεί στη περίπτωση που ο πρόεδρος είναι Δημοκρατικός. «Με ανησυχεί πολύ το χρέος», δήλωσε αυτήν την εβδομάδα στο Axios ο γερουσιαστής του Τέξας, Ted Cruz.

Σύμβουλοι που συνεργάστηκαν στενά με τον κ. Biden κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Obama, λένε πως είναι απίθανο να προσπαθήσει να καθησυχάσει αυτές τις ανησυχίες καταρτίζοντας ένα σχέδιο μείωσης των ελλειμμάτων αμέσως μετά την ανάληψη της προεδρίας. Στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης, τα οικονομικά στελέχη του Obama δέχθηκαν έντονες πιέσεις όχι μόνο από τους Ρεπουμπλικάνους, αλλά και από τη Wall Street να βρουν ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο για να αποσοβήσουν μια πιθανή κρίση χρέους, κάτι που δίχασε το Δημοκρατικό κόμμα. Ο αντιπρόεδρος δεν ήταν ποτέ μεγάλος «φαν».

«Υπήρχε σώμα για να γίνει αυτό στον Λευκό Οίκο του Obama –ο Biden δεν ήταν μέρος αυτού του χώματος. Και ως οικονομικό ζήτημα, δεν νομίζω πως τώρα το χρειαζόμαστε αυτό», είπε ο Jason Furman, ανώτερος οικονομικός σύμβουλος του κ. Obama καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ο οποίος εργάζεται τώρα στο Peterson Institute for International Economics. «Τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλότερα τώρα απ’ ότι ήταν το 2009».

Ο κ. Biden δεν είχε εμπλοκή στις μικρολεπτομέρειες της οικονομικής πολιτικής –η ειδίκευσή του ήταν περισσότερο στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της δικαιοσύνης- όμως πρώην αξιωματούχοι λένε πως έτεινε να παίρνει θέσεις που έγερναν προς τα αριστερά της εσωτερικής επικρατούσας άποψης, συμπεριλαμβανομένου του θέματος της διάσωσης της αυτοκινητοβιομηχανίας και της ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού κλάδου.

«Η κοσμοθεωρία του ήταν να φροντίζει τους εργάτες και τους απλούς Αμερικάνους και να μην είναι τόσο συντονισμένος με τις ανάγκες των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και των μεγάλων μητρικών εταιρειών», σύμφωνα με τον κ. Goolsbee. «Αυτή ήταν η θέση του».

«Πρέπει να το κάνουμε καλύτερα»
Η τρέχουσα αποστολή οικονομικής διάσωσης μπορεί να είναι ευκολότερη από ορισμένες πλευρές για τον κ. Biden απ’ ότι ήταν πριν από μια δεκαετία, κυρίως επειδή οι τράπεζες είναι πιο εύρωστες και η ανεργία μειώνεται, ενώ στις αρχές του 2009 συνέχιζε να αυξάνεται.

Αλλά, όπως σημειώνει η κα. Edelberg, τα οικονομικά προβλήματα που δημιουργεί και επιταχύνει η πανδημία μπορεί ακόμα να είναι τεράστια, με κλείσιμο επιχειρήσεων, με ανθρώπους να μένουν μόνιμα άνεργοι ή να φεύγουν από το εργατικό δυναμικό, και γονείς να μένουν στο σπίτι χωρίς φροντίδα για τα παιδιά τους ή δυνατότητα κατ’ ιδίαν διδασκαλίας των παιδιών τους.

Εν τω μεταξύ, η κρίση έχει αναγκάσει περισσότερες επιχειρήσεις να επιταχύνουν τα σχέδια αυτοματισμού τους, και έχουν οδηγήσει σε μεγαλύτερη συγκέντρωση της αγοράς –πράγματα που ίσως χρειαστούν αντιδράσεις πολιτικής. «Η αγορά εργασίας στην οποία θα επιστρέψει ο κόσμος θα είναι πολύ διαφορετική από την προ της πανδημίας αγορά εργασίας», προσθέτει η κα. Edelberg.

Πρώην σύμβουλοι λένε πως ο κ. Biden μπορεί να ανταπεξέλθει στην πρόκληση, αρκεί να διαλέξει τη σωστή ομάδα. «Θα χρειαστεί να φέρει μερικούς πολύ ικανούς ανθρώπους γύρω του για να διοικήσουν. Και να τον αφήσουν αυτόν να αποφασίζει», ανέφερε πρώην στέλεχος της κυβέρνησης Obama.

Ο Ed DeSeve, ανώτερος σύμβουλος του κ. Obama στα μέτρα τόνωσης του 2009, δηλώνει πως ο κ. Biden απέφυγε αποτελεσματικά την ευρεία απάτη και σπατάλη στη διανομή των κεφαλαίων. «Δεν θα σας πω πως κάθε συζήτηση που είχα μαζί του είχε την αίσθηση της επιτυχίας. Δεν την είχε. Ήταν «ο Θεός να ευλογεί την Αμερική, πρέπει να το κάνουμε καλύτερα», προσθέτει.

Σε αυτή την πρώτη προσπάθεια για μέτρα τόνωσης, υπάρχουν επίσης ορισμένα ξεκάθαρα σημάδια για το ενδιαφέρον του κ. Biden στη χρήση του πακέτου διάσωσης ώστε να πετύχει ευρύτερους οικονομικούς στόχους –και κάποια στοιχεία της προεδρικής ατζέντας που σχεδίασε περισσότερο από μια δεκαετία αργότερα.

«Επικεντρώθηκε περισσότερο στο να διασφαλίσει πως θα φέρει αλλαγές», είπε ο κ. Furman. «Πώς μπορούμε να βγάλουμε από αυτό ένα έξυπνο δίκτυο; Πώς μπορούμε να έχουμε πολύ φθηνότερη ηλιακή ενέργεια από αυτό; Πώς μπορούμε να έχουμε καλύτερες υποδομές μετά από πέντε χρόνια, τις οποίες θα θυμόμαστε; Επικεντρώθηκε στο να γίνουν πιο φιλόδοξα τα μέτρα».

Πηγή FT

 

Share This