Του Kevin Pratt

Μετά την αναταραχή που προκάλεσε το εκλογικό “θρίλερ” στις ΗΠΑ, είναι ώρα να δούμε τώρα τι θα αλλαγές θα μπορούσε να επιφέρει η νίκη του Τζο Μπάιντεν στη σχέση της χώρα του με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Η οικονομική στρατηγική που θα ακολουθήσει ο νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να επηρεάσει με πολλούς τρόπους την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και αναπόφευκτα οι πολιτικές που ακολουθεί έχουν αντίκτυπο και σε άλλες χώρες.

Πρέπει να σημειωθεί βέβαια ότι ο νυν ένοικος του Λευκού Οίκου, Ντόναλντ Τραμπ, αρνείται να δεχθεί την ήττα του, έχοντας ξεκαθαρίσει ότι η νομική ομάδα του θα ξεκινήσει από τη Δευτέρα αγώνα αμφισβήτησης του εκλογικού αποτελέσματος.

Brexit

Ο νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έχει εκφράσει τον σκεπτικισμό του σχετικά με το Brexit, αφού πιστεύει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί έναν από τους κορυφαίους “παίκτες” στο διεθνές εμπόριο και συνεπώς αμφιβάλλει για τα υποτιθέμενα οφέλη που θα έχει το Ηνωμένο Βασίλειο μετά την αποχώρησή του από το μπλοκ.

Αυτό ενδεχομένως να αποδειχθεί κρίσιμης σημασίας, δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει καταλήξει προς ώρας σε συμφωνία με τις ΗΠΑ για την μετά-Brexit εμπορική σχέση των δύο χωρών, επομένως η έκταση αλλά και οι λεπτομέρειες της όποιας εμπορικής συμφωνίας ενδεχομένως να διαφέρουν σημαντικά από ό,τι αν ο Τραμπ εξασφάλιζε μια δεύτερη θητεία στον Λευκό Οίκο.

Ο κ. Τραμπ, εξάλλου, είχε επιδοκιμάσει ανοιχτά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κι αυτό γιατί είναι πιθανό η κυβέρνηση Μπάιντεν να αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στην ενίσχυση της εμπορικής σχέσης των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ευρωπαϊκή Ένωση από ό,τι στη σύναψη μιας συμφωνίας με το Ηνωμένο Βασίλειο. Η κυβέρνηση Μπάιντεν θα θελήσει επίσης να προστατεύσει και να ενισχύσει τα συμφέροντα των Αμερικανών εξαγωγέων.

Σε κάθε περίπτωση, το μόνο που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι η αλλαγή “φρουράς” στον Λευκό Οίκο πιθανότατα θα οδηγήσει πιο πίσω χρονικά την υπογραφή της οποιαδήποτε αμερικανο-αγγλικής εμπορικής συμφωνίας.

Δημοσιονομική τόνωση

Πριν από τις εκλογές, ο Τζο Μπάιντεν είχε εκφράσει επανειλημμένως την πρόθεσή του να εγκρίνει ένα πακέτο δημοσιονομικής τόνωσης προκειμένου να θωρακίσει την αμερικανική οικονομία και να βοηθήσει τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της χώρας να ανακάμψουν από τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας του κορονοϊού

Απομένει να δούμε αν θα αντιμετωπίσει εμπόδια σε αυτά του τα σχέδια από τα κοινοβουλευτικά θεσμικά όργανα των ΗΠΑ, ήτοι τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, δεδομένου ότι οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να κατέχουν σημαντική δύναμη στο Κογκρέσο. Αξίζει να σημειωθεί, βέβαια, ότι και Ρεπουμπλικάνοι έχουν καταθέσει τις δικές τους προτάσεις σχετικά με ένα νέο πακέτο δημοσιονομικής τόνωσης.

Η ενθουσιώδης προσέγγιση του Μπάιντεν, πάντως, για αύξηση της φορολογίας με στόχο την ενίσχυση των δαπανών καλωσορίστηκε ευρέως από τις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές, που “πεινούν” για θετική οικονομική δραστηριότητα.

Η άνοδος των χρηματιστηριακών αγορών αποτελεί θετικό νέο για τους κατόχους μετοχών – και για πολλούς στο Ηνωμένο Βασίλειο αυτό θα μπορούσε να σημαίνει περισσότερες επενδύσεις στους ατομικούς αποταμιευτικούς λογαριασμούς ή στο συνταξιοδοτικό σύστημα.

Πράσινη μετάβαση

Η ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Μπάιντεν θα μπορούσε να προκαλέσει αναταράξεις σε ορισμένους χρηματιστηριακούς τομείς του Ηνωμένου Βασιλείου.

Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του, ο Μπάιντεν επεσήμανε ότι, στην περίπτωση που βρεθεί στο Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο, ένα από τα πρώτα του εφαρμοστικά διατάγματα θα αφορά την επιστροφή των ΗΠΑ στη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα, που θα άρει την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσυρθεί.

Κίνηση που ευθυγραμμίζεται με τη σημασία που δίνει το Δημοκρατικό Κόμμα στις επενδύσεις σε “πράσινα” έργα υποδομής και ενέργειας, τα οποία θα ωφελήσουν τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο τομέα.

Αυτό, όμως, με τη σειρά του μπορεί να πλήξει τις προοπτικές των παραδοσιακών ενεργειακών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των καυσίμων από υδρογονάνθρακες, όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και ο λιγνίτης.

Διεθνείς σχέσεις

Η οικονομική σχέση των ΗΠΑ με άλλες χώρες θα έχει αντίκτυπο στο Ηνωμένο Βασίλειο, πέραν των επιπτώσεων που σχετίζονται με το Brexit.

Για παράδειγμα, εάν οι ΗΠΑ θέσουν σε ισχύ περιορισμούς στις εμπορικές συναλλαγές τους με τον υπόλοιπο κόσμο και εστιάσουν στο “Buy American” (ήτοι την αγορά αμερικανικών προϊόντων), σε μια προσπάθεια να ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγική και μεταποιητική δραστηριότητα, τότε οι εξαγωγείς των άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, θα υποφέρουν.

Ο Μπάιντεν, βέβαια, δεν έχει υποδηλώσει ότι θα ακολουθήσει μια τέτοιου είδους προστατευτική πολιτική, αλλά η συνολική στρατηγική του δεν αποκλείεται να περιλαμβάνει μέτρα για την ενίσχυση της εγχώριας οικονομίας, ενδεχομένως εις βάρος των διεθνών εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ.

Ισοτιμία δολαρίου/στερλίνας

Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Εάν το δολάριο ενισχυθεί σε σχέση με τη στερλίνα, οι εξαγωγές του Ηνωμένου Βασιλείου θα καταστούν φθηνότερες για τους Αμερικανούς, γεγονός που θα μπορούσε να αποδειχθεί καταλυτικά για τις βρετανικές εταιρείες που αγωνίζονται να αντεπεξέλθουν εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού. Βέβαια, από την άλλη πλευρά, σε αυτήν την περίπτωση και οι Βρετανοί θα πληρώνουν ακριβότερα τις αγορές αμερικανικών προϊόντων.

Πέραν των παραπάνω, επιπτώσεις θα υπάρξουν και στα ταξίδια. Μπορεί επί του παρόντος τα ταξίδια να φαντάζουν κάτι μακρινό, αλλά -εάν και όταν επιστρέψει η κανονικότητα στις διεθνείς μετακινήσεις- το ισχυρό δολάριο θα καταστήσει τα ταξίδια στις ΗΠΑ πιο ακριβή υπόθεση από ό,τι είναι σήμερα, διότι η στερλίνα δεν θα έχει την ίδια αγοραστική δύναμη που είχε προηγουμένως.

Βέβαια, δεδομένων των περιορισμών που έχουν βιώσει όλοι πρόσφατα, οι Βρετανοί λάτρεις των ΗΠΑ μπορεί να θεωρήσουν ότι το κόστος αξίζει τον κόπο.

ΠΗΓΗ FORBES
Share This