του Edward Luce

Οι πληγωμένες φιλελεύθερες καρδιές μπορεί να αναπτερωθούν για λίγο από το γεγονός πως ο Τζο Μπάιντεν έλαβε περισσότερες ψήφους από οποιονδήποτε στην αμερικανική προεδρική ιστορία, μέχρι να δουν πως ο Ντόναλντ Τραμπ έρχεται ιστορικά δεύτερος. Ξεπέρασε ακόμα και το αποκορύφωμα του Μπαράκ Ομπάμα το 2008. Το πραγματικό μάθημα από τη συμμετοχή ρεκόρ στις εκλογές της Τρίτης είναι πως η Αμερική είναι απογοητευτικά, ενεργητικά, σχεδόν απόλυτα διαιρεμένη.

Ο Μπάιντεν, στην καλύτερη περίπτωση θα έχει μια αμφίβολη εντολή. Το ερώτημα είναι τι θα μπορεί να κάνει με αυτήν. Η απάντηση είναι, πολύ λιγότερα απ’ όσα ακόμα και αυτός -ο πιο μετριοπαθής από τους υποψήφιους των Δημοκρατικών- θα μπορούσε να ελπίζει.

Εξαιρουμένης μιας σοβαρής ανατροπής, οι Ρεπουμπλικάνοι θα διατηρήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας των ΗΠΑ. Ο κ. Μπάιντεν θα είναι τυχερός αν μπορέσει να περάσει ακόμα και τα πιο «απλά» κομμάτια της ατζέντας του, όπως μια δημόσια επιλογή για την ασφάλιση υγείας, οι μεγάλες επενδύσεις στην «πράσινη» τεχνολογία και τα δωρεάν δίδακτρα για τους φοιτητές κολεγίων που ανήκουν στη μεσαία τάξη.

Το βράδυ της Τρίτης άφησε σε συντρίμμια τις ελπίδες των προοδευτικών Αμερικάνων για αλλαγή εποχής. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα ο κ. Μπάιντεν να μπορέσει να καταργήσει την κωλυσιεργία της Γερουσίας, να προσθέσει νέες πολιτείες στις ΗΠΑ, όπως το Πουέρτο Ρίκο και η Περιφέρεια της Κολούμπια (District of Columbia), ή να επεκτείνει το μέγεθος του Ανώτατου Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που υπάρχει κάποια κενή θέση στο δικαστήριο, στο οποίο οι συντηρητικοί έχουν την πλειοψηφία με 6 άτομα έναντι 3, τότε ο Μιτς ΜακΚόνελ, ο ηγέτης των Ρεπουμπλικάνων στη Γερουσία, μπορεί απλώς να μπλοκάρει τον υποψήφιο του κ. Μπάιντεν. Ο κ. Μπάιντεν μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να ελπίζει πως θα μπορέσει να περάσει ένα μέτριο πακέτο δημοσιονομικής τόνωσης.

Στο μεταξύ, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τον νυν ένοικο του Λευκού Οίκου. Αν ο κ. Μπάιντεν αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο να είναι ένας ανίσχυρος πρόεδρος, ο κ. Τραμπ απειλεί να εφεύρει ένα νέο είδος –αυτό του πληγωμένου προέδρου με τάση ξεσπάσματος. Οι πιθανότητες ο κ. Τραμπ να παραδεχθεί την ήττα του είναι ελάχιστες. Θα μπορούσε να εγκλωβίσει για εβδομάδες τις πολιτείες στις οποίες έχει χάσει οριακά, με επανακαταμετρήσεις ψήφων και νομικές προσφυγές. Και θα ήταν απίθανο να τείνει χείρα συνεργασίας κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου των 11 εβδομάδων.

Ο κ. Μπάιντεν θα πρέπει να προετοιμαστεί για μια θητεία «στα τυφλά». Αυτό θα έχει ουσιαστικές επιπτώσεις. Είναι αμφίβολο, για παράδειγμα, ότι ο κ. Τραμπ θα θελήσει να μοιραστεί τα αρχεία της «επιχείρησης Warp Speed» για το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού. Ο κ. Μπάιντεν στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να ελπίζει πως ο κ. Τραμπ θα φύγει ήσυχα, έχοντας καταστρέψει δάση ολόκληρα από έγγραφα του Λευκού Οίκου.

Μια προεδρία Μπάιντεν κινδυνεύει να βρεθεί ανάμεσα σε δυο ασυμφιλίωτες δυνάμεις: μια πεισματικά περιχαρακωμένη δεξιά του Τραμπ, και μια πικραμένη Δημοκρατική αριστερά. Η λυπηρή αντίστιξη έναντι της πιθανής οριακής ήττας του κ. Τραμπ, είναι πως σχεδόν κανένας από τους συν-συνωμότες του δεν είχε την ίδια τύχη.

Ο Λίντσεϊ Γκρέιχαμ, ο γερουσιαστής της Νότιας Καρολίνας, επανεξελέγη άνετα, όπως και ο κ. ΜακΚόνελ. Οι Δημοκρατικοί μπορεί να έχασαν έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι Ρεπουμπλικάνοι νεοφερμένοι είναι πιο Τραμπιστές απ’ ότι ο κ. Τραμπ. Μια εξ αυτών είναι η Μάρτζορη Τέιλορ Γκριν, η οποία είναι ορκισμένη υποστηρικτής του QAnon, της ακροδεξιάς συνωμοσιολογικής ομάδας. Οποιαδήποτε πιθανότητα υπήρχε αυτές οι εκλογές να «σπάσουν» τον Ρεπουμπλικανικό πυρετό –όπως το είχε χαρακτηρίσει κάποτε ο κ. Ομπάμα- έχει πλέον συντριφθεί.

Άρα, τι θα μπορούσε να κάνει ως πρόεδρος ο Μπάιντεν; Η σύντομη απάντηση είναι πως θα επεδίωκε να βρει μια μέση αμερικανική οδό που φαίνεται να μην υπάρχει πλέον. Συμφωνίες που θα έκλειναν με τον κ. ΜακΚόνελ θα αποξένωναν τη δημοκρατική αριστερά. Ωστόσο, απουσία μιας απόπειρας δικομματικής συνεργασίας, δεν μπορούν να επιτευχθούν πολλά.

Αυτό δίνει στον κ. ΜακΚόνελ το πάνω χέρι. Ορισμένα πράγματα, όπως ένα ομοσπονδιακό σχέδιο για τον κορωνοϊό, μπορούν να γίνουν με εκτελεστικό διάταγμα. Άλλα, όμως οι μεγάλοι διορισμοί, θα πρέπει να έχουν την έγκριση της Γερουσίας. Θα ήταν σοφό αν ο κ. Μπάιντεν γίνει πρόεδρος να διορίσει τουλάχιστον έναν ή δυο Ρεπουμπλικάνους στο υπουργικό του συμβούλιο. Αυτό δεν θα άρεσε καθόλου στην αριστερά.

Μόνο στην εξωτερική πολιτική θα έχει ελευθερία ελιγμών ο επόμενος πρόεδρος. Στο σημείο αυτό υπάρχει το εξής παράδοξο: η φήμη της αμερικανικής δημοκρατίας επλήγη σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι εκλογές του 2020 είναι απίθανο να το αντιστρέψουν αυτό. Οι ξένοι γνωρίζουν πως η αμερικανική πολιτική είναι ένας πόλεμος χαρακωμάτων, στον οποίον η κάθε πλευρά βγάζει ένα μικρό κέρδος με τεράστιο κόστος. Οι μεγάλες επανευθυγραμμίσεις ανήκουν στο παρελθόν.

Εν τούτοις, ο κόσμος θα νοιώσει την αλλαγή της Αμερικής περισσότερο απ’ όσο οι περισσότεροι Αμερικάνοι. Ο κ. Μπάιντεν έχει δεσμευτεί να αναιρέσει τα μισά από αυτά που έκανε ο κ. Τραμπ. Θα επανέντασσε τις ΗΠΑ στη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και πιθανότατα στην πυρηνική συμφωνία του Ιράν. Αλλά οι πιθανότητές του να αυξήσει τον κατώτατο μισθό των ΗΠΑ θα ήταν κοντά στο μηδέν.

Η αύξηση της φορολογίας στους πλούσιους Αμερικάνους βρίσκεται εκτός μενού. Το φάντασμα του κ. Τραμπ θα στοίχειωνε μια Αμερική του Μπάιντεν.

ΠΗΓΗ FT

 

Share This