Του Timothy L. O’Brien

Τώρα που η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επέτρεψε στην ομάδα του Τζο Μπάιντεν να ξεκινήσει επίσημα τη μετάβασή της στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ξεμένει σιγά σιγά από προφανείς τρόπους να αποδιοργανώσει τη φυσιολογική μετεκλογική πορεία των εκλογών που έχασε σαφέστατα πριν από 18 ημέρες.

Οι αδύναμες και νομικά ελλιπείς αγωγές του, οι οποίες αμφισβητούν την διεξαχθείσα ψηφοφορία έχουν “ξεφουσκώσει” και γενικά ο ίδιος είναι λιγότερο ενεργός από ό,τι συνήθως στην τηλεόραση και το Twitter. Ίσως να πραγματοποιήσει την παραδοσιακή του επίσκεψη στο Mar-a-Lago για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές και, στη συνέχεια, να παραμείνει εκεί, προτιμώντας να υπομείνει την ταπείνωσή του από την εγκατάσταση Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου με το να βρίσκεται εκτός της πρωτεύουσας.

Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν θα είναι ορατός δεν σημαίνει ότι έχει χάσει τα λογικά του ή ότι έχει εγκαταλείψει τον πολιτικό σχεδιασμό του. Ακόμα κι αν παραμείνει “μουτρωμένος” στο περιθώριο, ο Τραμπ έχει άφθονες ευκαιρίες τους επόμενους δύο μήνες να καταχραστεί τις εξουσίες του ή να ρίξει “άμμο” στους ομοσπονδιακούς μηχανισμούς τους οποίους θα κληρονομήσει ο Μπάιντεν.

Προσοχή σε υπουργούς και εκτελεστικά διατάγματα
Σε αυτό το πλαίσιο, οι πιστοί του Τραμπ οι οποίοι επιβλέπουν την ομοσπονδιακή κρατική γραφειοκρατία, όπως ο υπουργός Δικαιοσύνης (Γενικός Εισαγγελέας) Ουίλιαμ Μπαρ, ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, ο εκτελών χρέη υπουργού Άμυνας Κρίστοφερ Μίλερ, ο υπουργός Οικονομικών Στίβεν Μνούτσιν, ο υπουργός Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών Άλεξ Αζάρ και ο ανώτερος σύμβουλος του προέδρου, Στέφεν Μίλερ, πιθανόν να είναι εξίσου σημαντικό να βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής ως προς τη δραστηριότητά τους όλη αυτή την περίοδο.

Οι εξουσίες παροχής αμνηστίας που διαθέτει ο Τραμπ τού επιτρέπουν να εκδώσει δυνητικά άδικες χάρες της τελευταίας στιγμής (σκεφτείτε τις 176 χάρες που απένειμε ο Μπιλ Κλίντον μόλις δύο ώρες πριν από την έξοδο του από τον Λευκό Οίκο το 2001).

Επτά από τους πολιτικούς συμβούλους του Τράμπ έχουν κατηγορηθεί για εγκλήματα από την ορκωμοσία του μέχρι σήμερα και εκείνος έχει ήδη προχωρήσει σε ευνοϊκή μετατροπή της ποινής ενός, του Ρότζερ Στόουν. Ο Τραμπ είναι επίσης “μπλεγμένος” σε εν εξελίξει αστικές και ποινικές έρευνες και αναμφίβολα θα μπει στον πειρασμό να παράσχει χάρη στον εαυτό του και σε μέλη της οικογένειάς του για πιθανά ομοσπονδιακά εγκλήματα όπως η παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης. (Η δυνατότητα απονομής χάρης εκ μέρους του δεν επεκτείνεται σε κατηγορίες σε πολιτειακό επίπεδο, όπως εκείνες που αντιμετωπίζει στη Νέα Υόρκη).

Ο Τραμπ μπορεί επίσης να εκδίδει και να εφαρμόζει εκτελεστικά προεδρικά διατάγματα, τα οποία έχει ήδη χρησιμοποιήσει με σημαντικές επιπτώσεις, προκειμένου να αναστρέψει περιβαλλοντικούς κανονισμούς και να αλλάξει τους κανόνες σχετικά με τη μετανάστευση.

Τον Ιούνιο, υπέγραψε διάταγμα το οποίο έδινε εντολή στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες να απορρίπτουν την εφαρμογή περιβαλλοντικών νόμων οι οποίοι επιβράδυναν τις εγκρίσεις για αγωγούς πετρελαίου, ορυχεία, αυτοκινητόδρομους και άλλα έργα σε προστατευόμενες περιοχές.

Τον ίδιο μήνα, ο Τραμπ εξέδωσε εντολή αναστολής νέων θεωρήσεων εργασίας για αλλοδαπούς και εξαρτώμενα από αυτούς άτομα – καθιστώντας αδύνατο για τις αμερικανικές εταιρείες να προσλαμβάνουν ειδικευμένους μετανάστες. Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνησή του εξετάζει τώρα ένα διάταγμα με το οποίο θα τερματίζεται η αυτόματη παροχή αμερικανικής υπηκοότητας για όσους γεννιούνται στο έδαφος των ΗΠΑ, αμφισβητώντας εάν ένα τέτοιο δικαίωμα απορρέει από την 14η Τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος.

Πριν από μερικές εβδομάδες, ο Τραμπ κινήθηκε προκειμένου να “κλειδώσει” τη σκληρή στάση του στο πεδίο του εμπορίου απέναντι στην Κίνα, μέσω ενός διατάγματος το οποίο απαγορεύει τις επενδύσεις αμερικανικών κεφαλαίων σε εταιρείες που συνδέονται με τις ένοπλες δυνάμεις της Κίνας. Την επομένη της ημέρας των Εκλογών, το Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών εισήγαγε έναν νέο κανόνα με τον οποίο αναστέλλονται αυτόματα χιλιάδες από τους ίδιους του τους κανονισμούς μετά από λεπτομερείς αναθεωρήσεις – μια κίνηση που, όπως ανέφεραν οι New York Times, πιθανότατα είχε ως στόχο “να δέσει τα χέρια της επόμενης κυβέρνησης”.

Οικονομικό “σαμποτάζ”
Την περασμένη εβδομάδα, το Υπουργείο Οικονομικών απέσυρε 455 δισεκατομμύρια δολάρια κεφαλαίων ανακούφισης των επιπτώσεων της κρίσης της Covid-19 από την ομοσπονδιακή κεντρική τράπεζα (Federal Reserve), κίνηση η οποία – σύμφωνα με το ίδιο – είχε σχεδιαστεί προκειμένου να διακοπούν τα αχρησιμοποίητα προγράμματα διάσωσης που εκπονήθηκαν στην αρχή της πανδημίας. Έδωσε επίσης στην επερχόμενη κυβέρνηση Μπάιντεν μικρότερη ευελιξία και πόρους για την καταπολέμηση τυχόν περαιτέρω οικονομικών κρισιακών φαινομένων που θα οφείλονται στον κορονοϊό.

Την Τρίτη, ο Μνούτσιν τοποθέτησε τα κεφάλαια σε έναν λογαριασμό στον οποίο η πιθανή διάδοχός του, Τζάνετ Γέλεν, δεν θα μπορεί να έχει πρόσβαση χωρίς έγκριση από το Κογκρέσο.

Ο Τραμπ εξακολουθεί να διατηρεί τους κωδικούς των πυρηνικών όπλων (προσπαθήστε να μην το σκέφτεστε) και έχει επίσης το περιθώριο να συνεχίσει τις κρυφές ειδικές επιχειρήσεις και τις στρατιωτικές αντιπαραθέσεις στο εξωτερικό. Ο Κρίστοφερ Μίλερ, προσωρινός υπουργός Άμυνας του Τραμπ, τον οποίο ο πρόεδρος εγκατέστησε στο υπουργείο μετά την πρόσφατη αποπομπή του Μαρκ Έσπερ, επιταχύνει αλλαγές πολιτικής οι οποίες θα είναι ακανθώδεις για τη κυβέρνηση του Μπάιντεν – συμπεριλαμβανομένης της σημαντικής μείωσης των αμερικανικών στρατευμάτων που σταθμεύουν στο Αφγανιστάν έως τις 15 Ιανουαρίου 2021. Στις 12 Νοεμβρίου, ο Τραμπ ρώτησε – σύμφωνα με πληροφορίες – ανώτερους συμβούλους του, συμπεριλαμβανομένων των Μίλερ και Πομπέο, σχετικά με πιθανές επιλογές στρατιωτικής δράσης εναντίον του Ιράν. (Η ομάδα του τον συμβούλεψε να μην προβεί σε μια τέτοια κίνηση).

Λίγο μετά την ημέρα των εκλογών, ο Μπαρ έδωσε στους εισαγγελείς του Υπουργείου Δικαιοσύνης την εξουσία να διερευνήσουν τους ισχυρισμούς του Τραμπ για πιθανή εκλογική απάτη, μια κίνηση που έκανε άνω κάτω τον μηχανισμό του υπουργείου και αποτέλεσε ρήξη με μακροχρόνιες ομοσπονδιακές παραδόσεις οι οποίες αποσκοπούν στο να εμποδίζουν τις αρχές επιβολής του νόμου να έχουν οποιαδήποτε επιρροή στα εκλογικά αποτελέσματα.

Δεδομένου του ιστορικού του στο να παρεμβαίνει υπέρ του Τραμπ σε σειρά υποθέσεων, από εκείνη της έρευνας Μάλερ μέχρι άλλες για διαφορετικά ζητήματα, είναι πιθανό ο Μπαρ να μπορεί να χρησιμοποιήσει το Γραφείο Νομικών Συμβουλών του υπουργείου του προκειμένου να συντάξει τις επόμενες εβδομάδες υπομνήματα τα οποία να προστατεύουν τον Τραμπ από μελλοντικές έρευνες της κυβέρνησης Μπάιντεν.

Καταστρέφοντας αρχεία και κατακτώντας τον κρατικό μηχανισμό
Τι γίνεται με την τήρηση αρχείων; Φαντάζομαι ότι ο Μπαρ και άλλοι εκπρόσωποι της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί να συμβουλεύουν τη Δυτική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου ότι, παρά τους νομικούς κινδύνους, εναπόκειται στον πρόεδρο να σκίσει ή να διατηρήσει αρχεία που εξωτερικοί παράγοντες, όπως αξιωματούχοι επιβολής του νόμου, δημοσιογράφοι και ιστορικοί, θα ήθελαν να δουν να διατηρούνται.

Τα εκτελεστικά διατάγμα μπορούν φυσικά να ανακληθούν και οι πολιτικές μπορούν τελικά να αναθεωρηθούν από την ομάδα του Μπάιντεν, ωστόσο μερικές από τις κινήσεις προσωπικού του Τραμπ μπορεί να είναι έχουν πιο μακροχρόνιες συνέπειες.

Παρ’ όλες τις καταγγελίες του σχετικά με ένα “βαθύ κράτος” δημοσίων λειτουργών εναντίον του στο εσωτερικό της ομοσπονδιακής γραφειοκρατίας, ο Λευκός Οίκος του Τραμπ είναι αποφασισμένος να αφήσει ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στο ομοσπονδιακό εργατικό δυναμικό. Έχει κυριολεκτικά αδειάσει οργανισμούς όπως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Υπουργείο Δικαιοσύνης και έχει εξαπλώσει τους πιστούς του Τραμπ σε όλη την υπόλοιπη κυβερνητική διοίκηση και την ομοσπονδιακή δικαστική εξουσία – ορισμένοι μάλιστα εξ αυτών μπορεί να αποδειχθεί δύσκολο να αγνοηθούν από τον Μπάιντεν και σχεδόν αδύνατο να απομακρυνθούν.

Ο Τραμπ έχει ορίσει ή εγκαταστήσει υποστηρικτές του σε κυβερνητικές επιτροπές όπως η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εκλογών, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών και η Ομοσπονδιακή Ρυθμιστική Επιτροπή Ενέργειας, με τα πρόσωπα αυτά να απολαμβάνουν μακροχρόνιες θητείες οι οποίες ενδέχεται να ξεπερνούν και εκείνη της προεδρίας Μπάιντεν.

Τον Οκτώβριο, ο Τραμπ εξέδωσε εκτελεστικό διάταγμα διευκολύνοντας την απόλυση δημοσίων υπαλλήλων που επικρίνουν τον πρόεδρο, αφαιρώντας τους τις προστασίες που προορίζονται για την θωράκισή τους έναντι των πολιτικών διαμαχών. Ο Ρόναλντ Σάντερς, διορισμένος από τον Τραμπ ως υπεύθυνος για την εποπτεία μιας κυβερνητική επιτροπής που ορίζει τις αποζημιώσεις για τους δημόσιους λειτουργούς, παραιτήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος.

Το διάταγμα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από “ένα προπέτασμα καπνού για μια σαφή προσπάθεια να απαιτηθεί η πολιτική νομιμοφροσύνη όσων συμβουλεύουν τον Πρόεδρο”, έγραψε ο Σάντερς στην επιστολή παραίτησής του. “Απλώς δεν μπορώ να αποτελώ στέλεχος μιας κυβέρνησης που επιδιώκει να πράξει κάτι τέτοιο προκειμένου να αντικαταστήσει την απολιτική εμπειρογνωμοσύνη με την πολιτική υπακοή”.

Η ομοσπονδιακή Βουλή των Αντιπροσώπων μπλόκαρε προσωρινά το διάταγμα, οπότε προς το παρόν ο Τραμπ δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τον εναπομείναντα χρόνο του στο προεδρικό αξίωμα για να “καθαρίσει” τους αντιφρονούντες. Θα ήθελε όμως να το πράξει; Οπωσδήποτε. Θα ήθελε να κάνει τη ζωή όσο πιο δύσκολη γίνεται για τον διάδοχό του; Ασυζητητί.

Μερικά από αυτά δεν είναι καινούργια φαινόμενα. Ο Χέρμπερτ Χούβερ έκανε ανάλογες απόπειρες προκειμένου να υψώσει εμπόδια στις πολιτικές του Φράνκλιν Ρούσβελτ προτού αλλάξουν θέση στον Λευκό Οίκο το 1933.

Όπως συμβαίνει με όλα τα πράγματα στην εποχή του Τραμπ, ωστόσο, η μπάλα της καταστροφής ταλαντεύεται τώρα με πολύ μεγαλύτερη δύναμη και ταχύτητα. Εκείνο που ξεκίνησε ως μια προσπάθεια του Τραμπ να ανατρέψει το αποτέλεσμα μιας προεδρικής εκλογής, θα καταλήξει σε μια πλημμύρα πολιτικών και διοικητικών αποφάσεων που θα βασίζονται στη δυσαρέσκεια και το αίσθημα εκδίκησης.

ΠΗΓΗ BLOOMBERG

 

Share This