Υπό ασφυκτική χρονική πίεση οι διαπραγματευτικές ομάδες ΕΕ και Βρετανίας ξεκίνησαν στις Βρυξέλλες μια νέα, ίσως τη τελευταία, προσπάθεια να ξεπεράσουν τις διαφωνίες για την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας.

Οι δύο επικεφαλής διαπραγματευτές Μισέλ Μπαρνιέ για τους Ευρωπαίους και Ντέϊβιντ Φροστ για το Ηνωμένο Βασίλειο, είχαν διαπιστώσει από κοινού τη Παρασκευή το βράδυ ότι βρίσκονται σε αδιέξοδο. Ωστόσο την σκυτάλη πήραν χθες η Πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Μπόρις Τζόνσον, οι οποίοι μετά από τηλεφωνική συνομιλία συμφώνησαν να ζητήσουν από τις δύο ομάδες τους να συνεχίσουν τις προσπάθειες σήμερα και τις επόμενες μέρες.

Τρία είναι τα “αγκάθια” στις διαπραγματεύσεις, η πρόσβαση των Ευρωπαίων αλιέων στα χωρικά ύδατα των Βρετανών, η εφαρμογή ίδιων κανόνων ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων στις δύο πλευρές και η διαδικασία επίλυσης των διαφορών που θα προκύπτουν από την συμφωνία ελευθέρου εμπορίου, από τις αρχές του επόμενου έτους.

Δυσμενέστατες επιπτώσεις αν δεν επιτευχθεί συμφωνία
Η πολιτική πρωτοβουλία για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων προκάλεσε ανακούφιση, αφού αναπτερώνει τις ελπίδες για συμφωνία. Κι αυτό γιατί ένα “ναυάγιο” δεν συμφέρει καμία πλευρά. Οι επιπτώσεις, κυρίως οικονομικές αλλά και πολιτικές, θα ήταν δυσμενέστατες δεδομένου ότι από τις αρχές του επόμενου έτους, θα επανέρχονταν οι τελωνειακοί δασμοί και θα περιορίζονταν δραματικά η ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών και στις δύο πλευρές.

Οι Ευρωπαίοι έχουν καταστήσει σαφές ότι θέλουν μια συμφωνία, αλλά όχι με οποιοδήποτε τίμημα, γιατί εάν εμφανιστούν υποχωρητικοί δίνοντας μεγάλα προνόμια πρόσβασης των Βρετανών στην ενιαία αγορά, θα δημιουργήσουν ένα προηγούμενο, δίνοντας “ιδέες” και σε άλλα κράτη μέλη, τα οποία θα μπορούσαν στο μέλλον να κάνουν το ίδιο με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Πηγή: Deutsche Welle

Share This