Στις πρωτεύουσες διαφόρων χωρών του κόσμου, οι σύμμαχοι της Αμερικής έχουν καταρτίσει μακριές λίστες με αυτά που επιθυμούν από τον εκλεγμένο πρόεδρο Joe Biden. Θέλουν η νέα κυβέρνηση να «ανακαινίσει» συμμαχίες, να επανενταχθεί στη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, να συμμετάσχει και πάλι σε διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά του Ιράν, να καθορίσει ξεκάθαρους όρους επαφής με το Πεκίνο και τη Μόσχα και να σεβαστεί τους παγκόσμιους κανόνες για το εμπόριο. Αυτά για αρχή.

Οι περισσότερες ιδέες ακούγονται λογικές. Δεν είναι απόλυτα εγωιστικές. Ο κ. Biden έχει μιλήσει με ευφράδεια για το πώς τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ εξυπηρετούνται καλύτερα όταν αναλαμβάνει διεθνή ηγεσία και ενεργεί ως πρόεδρος δημοκρατιών που έχουν τις ίδιες αντιλήψεις.

Παρ’ ολ’ αυτά, αν η επόμενη τετραετία ιδωθεί ως μια άσκηση για επιλογή των σωστών «κουτιών» εξωτερικής πολιτικής, τότε θα χαθεί η σημασία της προεδρίας Biden. Παίζονται πολλά περισσότερα από το αν η Ουάσινγκτον θα συμπεριφερθεί καλά στο NATO.

Η απόσυρση της Αμερικής από την εμπλοκή στα παγκόσμια τεκταινόμενα είχε αρχίσει πριν την προεδρία του Donald Trump και θα μπορούσε να συνεχιστεί και μετά από αυτήν. Οι ρίζες της βρίσκονται στη λαϊκή απομυθοποίηση της ιδέας πως οι ΗΠΑ είναι ο αστυνόμος του κόσμου, καθώς και στο ισχυρό ρεύμα που έχουν απόψεις περί προστατευτισμού, οι οποίες ακούγονται στους διαδρόμους του Κογκρέσου, που λένε πως η Αμερική μπορεί να τα πάει καλύτερα, αν κάνει στροφή προς τα μέσα.

Η εξωτερική πολιτική, στα μάτια πολλών Αμερικανών, έχει γίνει κάτι που εξασκείται από τις ελίτ για τις ελίτ. Ο κίνδυνος είναι πως η χώρα βρίσκεται στο χείλος μιας στροφής μιας γενεάς στον απομονωτισμό, η οποία μπορεί να συγκριθεί με αυτήν των δεκαετιών του 1920 και του 1930. Αυτό είναι που θα πρέπει να ανησυχεί τις άλλες δυτικές δημοκρατίες που βασίζονται στις ΗΠΑ για την ασφάλειά τους.

Υπάρχει πιθανότητα η συνενοχή του κ. Trump στην εξέγερση στο Καπιτώλιο να του στέρησε τις ελπίδες του να θέσει και πάλι υποψηφιότητα. Ο απερχόμενος πρόεδρος έχει αρχίσει να μοιάζει τοξικός ακόμα και για ορισμένους από τους πιο άνανδρους υποστηρικτές του στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Οι ΗΠΑ, όμως, έχουν ένα βαθύτερο πρόβλημα με τον ακροδεξιό εξτρεμισμό στις κοινότητες κυρίως λευκών ανθρώπων της εργατικής τάξης. Αν οι Δημοκρατικοί θέλουν να διατηρήσουν την εξουσία, ο κ. Biden πρέπει να αποσυνδέσει τους οικονομικά ανασφαλείς και αποξενωμένους από αυτούς τους νατιβιστές και συνωμοσιολόγους.

Η πρώτη δουλειά που θα πρέπει να κάνει τώρα ένας διεθνιστής πρόεδρος, είναι να κάνει την εσωτερική του πολιτική –εννοώντας την οικονομική πολιτική– επιτυχία. Αν οι ΗΠΑ θέλουν να έχουν την ηγεσία στο εξωτερικό, τότε θα πρέπει να είναι ισχυρές στο εσωτερικό. Ο κ. Biden κληρονομεί μια οικονομία καταρρακωμένη από την ανεξέλεγκτη πανδημία της Covid, που έχει στοιχίσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας και έχει βγάλει «νοκ άουτ» αμέτρητες μικρές επιχειρήσεις.

Οι σημαντικές αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής κατά τα δύο πρώτα χρόνια της θητείας του θα έχουν να κάνουν με το μέγεθος και τη μορφή του σχεδίου του για δημοσιονομική τόνωση (θα πρέπει να είναι μεγάλο) και το πρόγραμμα που έχει υποσχεθεί για επενδύσεις σε υποδομές. Αυτά τα πράγματα χρειάζονται χρόνο, αλλά οι ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται πότε αρχίζουν να μπαίνουν τα θεμέλια.

Ορισμένοι μπορεί να το χαρακτηρίσουν αυτό ως μια εξωτερική πολιτική στην οποία μπαίνει «Πρώτα η Αμερική». Για τον κ. Trump αυτό ήταν ένα δυνατό αλλά τελικά κούφιο σλόγκαν. Για τον κ. Biden θα οδηγούσε σε επανασύνδεση των συμφερόντων των πολιτών της χώρας με τη συμπεριφορά της Αμερικής στην παγκόσμια σκηνή.

Δεν είναι εύκολο να κάνεις δημοφιλή την εξωτερική πολιτική. Οι δεσμοί μεταξύ της γεωπολιτικής και της προσωπικής ασφάλειας δεν είναι πάντα εμφανείς. Οι χαμένοι των εμπορικών συμφωνιών σπανίως παρηγορούνται από το γεγονός πως μπορεί να έφεραν μεγάλα κέρδη για την οικονομία γενικότερα. Η παγκοσμιοποίηση μοιάζει να είναι παιχνίδι μόνο για πλούσιους.

Οι ειδήμονες σε θέματα εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσινγκτον «λαχταρούν καθαρές οργανωτικές αρχές», όπως αναφέρεται σε έκθεση που εξέδωσε το Carnegie Endowment for International Peace. Σκέφτονται σε όρους «μεγάλης στρατηγικής». Αλλά η συντριπτική πλειονότητα των Αμερικανών «ανησυχεί περισσότερο για τις άμεσες απειλές για τη σωματική και οικονομική της ασφάλεια». Οι εμπορικές συμφωνίες που διαταράσσουν τους παραδοσιακούς κλάδους πρέπει να συνδέονται στενά με τα προγράμματα αναγέννησης των τοπικών οικονομιών.

Η έκθεση δίνει κάποιες καλές συμβουλές στη νέα κυβέρνηση. Δεδομένου ότι ο Jake Sullivan, ο υποψήφιος σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του κ. Biden, ήταν μεταξύ των συγγραφέων, θα πρέπει επίσης να υποτεθεί πως οι συμβουλές αυτές θα ακουστούν στο Οβάλ Γραφείο.

Οι ημέρες του τυχοδιωκτισμού στο εξωτερικό -οι επιλεκτικοί πόλεμοι στη Μέση Ανατολή- τελείωσαν. Οι μεσαίες τάξεις, όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, θέλουν οι ΗΠΑ να ασκήσει εξουσία αλλά να το κάνει με δίκαιο τρόπο. Δεν ταιριάζει καμία από τις τρέχουσες κυρίαρχες προσεγγίσεις της εξωτερικής πολιτικής -ο μεταψυχροπολεμικός φιλελεύθερος διεθνισμός, η μονομέρεια του «Πρώτα η Αμερική» ή η υπεροχή προοδευτικών πολιτικών προς την κλιματική αλλαγή, την κοινωνική δικαιοσύνη κ.λπ. έναντι της στρατιωτικής ισχύος.

Η απάντηση της έκθεσης είναι μια προσέγγιση που θα βασίζεται σε μια ισχυρότερη, δικαιότερη οικονομία και θα χρησιμοποιεί την εξωτερική πολιτική για «λιγότερο φιλόδοξους» σκοπούς. Η συνέπεια και η εμπιστοσύνη έχουν μεγαλύτερη σημασία από τις μεγάλες φιλοδοξίες. Όλα αυτά δεν ακούγονται πολύ ηρωικά.

Από την άλλη, όμως, η πόλη στην κορυφή του λόφου έχει χάσει πολύ από τη λάμψη της…

ΠΗΓΗ FT

 

Share This