Του Larry Light

Ποιος φοβάται τον υψηλό πληθωρισμό; Αν κρίνουμε από την εικόνα του χρηματιστηρίου την Τετάρτη, μετά την ανακοίνωση των τελευταίων στοιχείων του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, το χρηματιστήριο. Ο δείκτης S&P 500 σημείωσε “βουτιά” 2,1% εκείνη την ημέρα.

Αλλά η αγορά, όπως είχε πει κάποτε ο γνωστός οικονομολόγος Μπέντζαμιν Γκράχαμ, αλλάζει πάντα γνώμη. Τείνει να ξεπερνά τον πανικό όταν αξιολογήσει λογικά την κατάσταση.

Έτσι, και σε αυτήν την περίπτωση, αφού ξεθύμανε το σοκ της ανακοίνωσης των στοιχείων για τις τιμές καταναλωτή, επανήλθε μια αίσθηση κανονικότητας. Την Πέμπτη, τα πράγματα φαίνονταν πολύ καλύτερα, με τον δείκτη να ανακάμπτει κατά 1,2%. Και με την περαιτέρω άνοδο κατά 1,5% την Παρασκευή, η αγορά ανέκτησε τις απώλειες που προκάλεσε ο πανικός του πληθωρισμού.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve), Τζερόμ Πάουελ, επιμένει ότι πληθωρισμός μπορεί να αυξηθεί ολίγον τι, λόγω της επανεκκίνησης της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά στη συνέχεια θα υποχωρήσει. Όπως επεσήμανε η Λίελ Μπρέιναρντ, η οποία είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Fed, αμέσως μετά την δημοσίευση της νέας έκθεσης για τον πληθωρισμό: “Μια μικρή περίοδος αύξησης των τιμών λόγω της πανδημίας είναι απίθανο να αλλάξει τη δυναμική του πληθωρισμού”.

Το πιθανότερο είναι ότι οι δύο αξιωματούχοι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας έχουν δίκιο. Φυσικά, η οικονομία μπορεί βγάλει “ψεύτες” όσους κάνουν πρώιμες εκτιμήσεις. Θυμηθείτε τι έλεγε η κοινή λογική το 2007 σχετικά με το ξέσπασμα της κρίσης των ενυπόθηκων δανείων: Είναι διαχειρίσιμη. Αυτήν τη φορά, ωστόσο, οι ειδικοί ενδεχομένως να δικαιωθούν.

Τι μάθαμε από την τελευταία έκθεση για τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή; Πρώτον, ότι οι πάντοτε ευμετάβλητες τιμές των τροφίμων και της ενέργειας ήταν οι κύριοι παράγοντες της ανόδου του πληθωρισμού: Ο συνολικός Δείκτης αυξήθηκε κατά 4,2% τον Απρίλιο, σε ετήσια βάση”, αλλά εξαιρώντας τα τα τρόφιμα και την ενέργεια η άνοδος ήταν 3%. Σίγουρα, και οι δύο αυτοί αριθμοί είναι υψηλότεροι από τον ήπιο πληθωρισμό που έχουμε συνηθίσει εδώ και πολλά χρόνια, με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή να κυμαίνεται πολύ κάτω του στόχου του 2% της Fed.

Ωστόσο, η σημαντική ετήσια αύξηση του Δείκτη τον Απρίλιο οφείλεται στο γεγονός ότι τον αντίστοιχο μήνα του 2020 καταγράφηκε μεγάλη μείωση καθώς έκλεισαν τα καταστήματα και οι άνθρωποι κλείστηκαν στα σπίτια τους, την ώρα που η πανδημία του κορονοϊού έπληττε όλο και περισσότερο την καθημερινότητα. Η Bank of America υπολογίζει ότι 0,7 μονάδες από την πρόσφατη άνοδο σχετίζονται με τις ελλείψεις αγαθών και το κόστος επανεκκίνησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Πρώτο παράδειγμα: τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα. Συνήθως πωλούνται με έκπτωση έναντι των νέων μοντέλων, αλλά οι τιμές τους εκτινάχθηκαν κατά 10% τον Απρίλιο. Τα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα για πολλά χρόνια αποτελούσαν έναν παράγοντα για τον περιορισμό της συνολικής οικονομικής επιβάρυνσης των Αμερικανών για αγορά αυτοκινήτων.

Οχι πια. Με τη δραματική μείωση των ταξιδιών το 2020, οι εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων μείωσαν τους στόλους τους. Και οι εταιρείες αυτές ιστορικά αποτελούσαν σημαντική “πηγή” της αγοράς μεταχειρισμένων οχημάτων – μετά από έναν συγκεκριμένο αριθμό χιλιομέτρων, η Hertz και άλλες εταιρείες του κλάδου πωλήσουν τα αυτοκίνητά τους σε αντιπροσωπείες μεταχειρισμένων προκειμένου να ανανεώσουν τους στόλους τους.

Αυτήν τη φορά, οι εταιρείες διέθεσαν πολύ λιγότερα αυτοκίνητά τους στους εμπόρους. Αποτέλεσμα: πολύ μικρότερη προσφορά φθηνών αυτοκινήτων, την ώρα που η ζήτηση αυξήθηκε εκ νέου. Η χαμηλή προσφορά οδηγεί υψηλότερα τις τιμές. Όταν, όμως, η παραγωγή νέων αυτοκινήτων που προκάλεσε η έλλειψη ημιαγωγών (άλλο ένα αποτέλεσμα των περιορισμών στην επιχειρηματική δραστηριότητα) αποκατασταθεί και επανέλθει η κανονικότητα στην αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, η στρέβλωση να εξαλειφθεί.

Γενικότερα, οι μακροοικονομικοί παράγοντες που σχετίζονται με τον πληθωρισμό που ανέφερε η Μπρέιναρντ είναι απίθανο να εξαλειφθούν. Θα δείτε αυτές τις πιέσεις να μειώνονται όσο οι άνθρωποι αρχίζουν και πάλι να κυκλοφορούν και η οικονομία αρχίζει και πάλι να λειτουργεί κανονικά.

Ένας λόγος είναι η εξασθένηση της οργανωμένης εργατικής τάξης. Το ποσοστό των Αμερικανών εργαζομένων που ήταν μέλη συνδικάτων το προηγούμενο έτος μειώθηκε στο ήμισυ σε σχέση με το 1983, ήτοι σε λίγο πάνω από 10%. Τη δεκαετία του 1970, με τον υψηλό πληθωρισμό, τα συνδικάτα πίεζαν για υψηλότερους μισθούς ώστε να συμβαδίζουν με την άνοδο των τιμών, τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο. Πλέον, τα συνδικάτα είναι η σκιά του εαυτού τους.

Ένας άλλος παράγοντας που λειτουργεί ανασταλτικά για τον πληθωρισμό και σχετίζεται με τη μείωση του εργατικού δυναμικού είναι η διεύρυνση των αυτοματισμών και της ψηφιοποίησης. Τα ρομπότ αποτελούν πλέον συνηθισμένα εικόνα σε εργοστάσια και άλλους τομείς, καθιστώντας την φυσική παρουσία εργαζομένων λιγότερο απαραίτητη ή περιττή. Για παράδειγμα οι ταμίες στις τράπεζες ή οι εργαζόμενοι στην εισαγωγή δεδομένων. Τι θα γίνει δε αν τα αυτοκινούμενα φορτηγά ξεπεράσουν τα τρέχοντα προβλήματα και γίνουν ο κανόνας; Πολλοί οδηγοί φορτηγών θα βρεθούν εκτός εργασίας. Όλα αυτά έχουν πτωτική επίδραση στους μισθούς, και εν γένει στον πληθωρισμό.

Τέλος, είναι και το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Η πανδημία, για να μην αναφέρω τους φόβους για την ανάδυση της Κίνας, τροφοδότησε το αφήγημα ότι οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να παράγουν από μόνες τους περισσότερα προϊόντα. Και πράγματι, ο κορονοϊός έβαλε φρένο στις αναθέσεις παραγωγής στο εξωτερικό. Αυτό όμως ήταν τότε. Η παραγωγή τηλεοπτικών συσκευών εξακολουθεί να είναι πιο οικονομική στην Ασία.

Για όλους αυτούς τους λόγους, μην περιμένετε ότι η αύξηση του πληθωρισμού θα έχει διάρκεια. Είναι αλήθεια ότι τα τεράστια κεφάλαια που έχει διοχετεύσει η Ουάσιγκτον στην οικονομία θα οδηγήσουν σε αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Ωστόσο, αυτό δεν θα διαρκέσει για πάντα.

ΠΗΓΗ FORBES

 

Share This