Της Marta Dassu

Καθώς η φύση της παγκόσμιας ασφάλειας αλλάζει, καθώς η Κίνα δυναμώνει, και με τον Joe Biden στον Λευκό Οίκο, είναι ώρα οι Ευρωπαίοι να σκεφτούν πώς μπορούν καλύτερα να διαδραματίσουν τον δικό τους ρόλο στον εκσυγχρονισμό του ΝΑΤΟ.

Το πρώτο πράγμα που μπορούν να κάνουν οι Ευρωπαίοι είναι να επιδιώξουν να διατηρήσουν την αμερικανική υποστήριξη για τη συμμαχία, καθιστώντας σαφές ότι αναγνωρίζουν και θα ανταποκριθούν, στις μεταβαλλόμενες στρατηγικές προτεραιότητες του σήμερα. Βρισκόμαστε τώρα σε μια κατάσταση στην οποία, από την σκοπιά των ΗΠΑ, η συμμαχία τους με την Ευρώπη τις δίνει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στον παγκόσμιο ανταγωνισμό δυνάμεων. Αλλά ακόμη και ο πιο Ατλαντιστής Αμερικανός πρόεδρος θα ζητήσει από την Ευρώπη να διατηρήσει το τμήμα μιας διατλαντικής συμφωνίας που ταιριάζει στο παρόν, όχι στο παρελθόν. Από τη στιγμή που οι προτεραιότητες της Αμερικής είναι η εγχώρια ανανέωση και ο ανταγωνισμός με την Κίνα, μια τέτοια συμφωνία έχει τα ακόλουθα: το ΝΑΤΟ, με τη στήριξη των ΗΠΑ, θα εστιάσει κυρίως στην Ευρώπη και στη συλλογική άμυνα. Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι θα υποστηρίξουν την Ουάσιγκτον στο να περιορίσει την Κίνα, σε διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο. Επομένως, όταν αντιμετωπίζει τον “ακραίο ανταγωνισμό” ΗΠΑ-Κίνας, για να χρησιμοποιήσουμε έκφραση του Biden, δεν θ είναι σε θέση να παραμείνει ουδέτερη χωρίς να πληρώσει υψηλό τίμημα στο διατλαντικό μέτωπο.

Επομένως, το πώς θα αντιμετωπίσει την Κίνα, γίνεται μια βασική μεταβλητή στις διατλαντικές σχέσεις. Ωστόσο, ενώ αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό σε στρατηγικούς όρους, είναι λιγότερο αμιγώς στρατιωτικό: η Ουάσιγκτον δεν ζητάει από τους Ευρωπαίους να την υποστηρίξουν στρατιωτικά στην Ασία. Κάποιοι μεμονωμένοι Ευρωπαίοι σύμμαχοι προσφέρουν την περιορισμένη τους βοήθεια, αλλά το ΝΑΤΟ συνολικά αναμένεται να παραμείνει μια περιφερειακή αμυντική συμμαχία. Ως συνέπεια -και αυτή είναι η δεύτερη προτεραιότητα- η πρόκληση για το ΝΑΤΟ είναι πώς θα υιοθετήσει μια παγκόσμια σοφή προοπτική, διατηρώντας παράλληλα τη βασική αποστολή του. Εάν δεν υιοθετήσει μια τέτοια παγκόσμια προοπτική, το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να παραγκωνιστεί, δημιουργώντας ένα αυξανόμενο χάσμα μεταξύ των ευρωπαϊκών και αμερικανικών αντιλήψεων περί ασφάλειας.

Ένα πιο παγκόσμιο ΝΑΤΟ, αν και δεν εμπλέκεται στρατιωτικά στην περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις από την άνοδο της Κίνας για την ευρώ-ατλαντική ασφάλεια. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, τη μείωση των ευρωπαϊκών ευπαθειών σε αξιακές αλυσίδες σε στρατηγικούς κλάδους, την παρακολούθηση ξένων στρατηγικών επενδύσεων, τη διατήρηση της τεχνολογικής προ΄οδού, την αντιμετώπιση των κυβερνο-επιθέσεων, και τη δημιουργία ανθεκτικότητας στις δημοκρατικές κοινωνίες. Αυτή η διεύρυνση της ίδιας της έννοιας της ασφάλειας, περιλαμβάνει απαραιτήτως και την ΕΕ, με την οικονομική της μόχλευση, περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν. Ως εκ τούτου, εξ ορισμού, η βελτίωση της συνοχής μεταξύ του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, καθίσταται βασικός παράγοντας για τη διατλαντική ασφάλεια.

Τρίτον, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ θα πρέπει να αναλάβουν περισσότερες αμυντικές ευθύνες στην Ευρώπη και ιδιαίτερα γύρω από αυτή, δεδομένης της μερικής επαναξιολόγησης του άμεσου ρόλου των ΗΠΑ στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια.

Βάσει αυτής της νέας ρύθμισης, το ΝΑΤΟ θα ηγείται στο ανατολικό μέτωπο με τη στήριξη της ΕΕ, ενώ η ΕΕ θα αυξήσει την προβολή της στη Μεσόγειο. Στην επιδίωξη αυτού του στόχου, η ΕΕ και πάλι θα χρειάζεται, προς το παρόν, να διατηρήσει την επιχειρησιακή ανάπτυξη επιλεκτική, καθώς οι ικανότητες της παραμένουν μη αναπτυγμένες. Εδώ, θα χρειαστεί να επιλύσει τις εντάσεις μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας και Κύπρου, οι οποίες σήμερα αποτρέπουν τον αποτελεσματικό συντονισμό ΝΑΤΟ-ΕΕ στη νότια πτέρυγα.

Πέρα από αυτόν τον αυστηρό γεωγραφικό προσδιορισμό των βασικών της συμφερόντων, η ΕΕ θα πρέπει ήδη να είναι πρόθυμη και σε θέση να αναπτύξει μια ενιαία κυβερνό-στρατηγική και μια βιομηχανική πολιτική προορισμένη να εξυπηρετήσει αυτούς τους στόχους. Αλλά τα κράτη-μέλη της ΕΕ παραμένουν διχασμένα για την εξωτερική πολιτική και ασφάλεια, και εμποδίζονται από τις ελλείψεις στις δυνατότητες.

Ίσως είναι καιρός τώρα να αλλάξει η συζήτηση: κατά την άποψη της Ουάσιγκτον, ο μόνος δρόμος να αντιμετωπιστεί το αμυντικό έλλειμμα της Ευρώπης είναι τα ευρωπαϊκά κράτη να ξοδεύουν περισσότερα. Ωστόσο, αυτή η εστίαση στα επίπεδα δαπανών (το 2% του ΑΕΠ), απλώς δεν έχει λειτουργήσει. Η ευρωπαϊκή άμυνα σήμερα παραμένει αναιμική παρά τις αξιοσημείωτες αυξήσεις στις δαπάνες.

Θα βοηθούσε περισσότερη ενοποίηση σε επίπεδο ΕΕ. Για να αντιμετωπιστεί η επικάλυψη για παράδειγμα, τα κράτη της ΕΕ πρέπει να συμφωνήσουν σε ολοκληρωμένα σχέδια, από την αξιολόγηση κινδύνου και τις προμήθειες, έως τον επιχειρησιακό σχεδιασμό. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε μορφή ενοποίησης είναι καλύτερη από τη μη ενοποίηση -συμπεριλαμβανομένης και της ενοποίησης της ΕΕ, η οποία από μόνη της δεν αποτελεί απειλή για τη συνοχή του ΝΑΤΟ.

Το τέταρτο και τελευταίο σημείο είναι ότι μια επιτυχημένη σχέση ΝΑΤΟ-ΕΕ απαιτεί περισσότερη σαφήνεια σχετικά με το τι εννοεί η ΕΕ όταν λέει ότι αναζητά τη “στρατηγική αυτονομία”. Αυτό ξεκίνησε ως μια συζήτηση για το πώς θα ενισχυθεί η ευρωπαϊκή ικανότητα να ενεργεί μόνη της όταν χρειάζεται, και από την επίγνωση του δυνητικού κόστους και των κινδύνων που συνδέονται με την εξάρτηση από άλλους. Αλλά αυτή η εννοιολογική αλλαγή δεν μεταφράζεται σε πιο φιλόδοξες πολιτικές ασφάλειας της ΕΕ και καλύτερες ικανότητες -είναι ο ίδιος ο συνδυασμός πολιτικών φιλοδοξιών και δυνατοτήτων που θα ήταν ένα game-changer. Καμιά ρητορική πολιτική δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις στρατιωτικές και άλλες επιχειρησιακές ικανότητες. ‘Ένα σημαντικό κίνητρο για τη σύλληψη στρατηγικής αυτονομίας, προήλθε από τη φθίνουσα εμπιστοσύνη στην εγγύηση ασφάλειας των ΗΠΑ. Με τον Biden στον Λευκό Οίκο, θα μπορούσε να εμφανιστεί σήμερα ο αντίθετος κίνδυνος: από την υπερβολική φιλοδοξία, στον εφησυχασμό.

Ο μόνος τρόπος να βγουμε από αυτή την κατάσταση είναι να αναγνωρίσουμε ότι, έξω από το ΝΑΤΟ, η ευρωπαϊκή άμυνα δεν είναι αξιόπιστη. Η ασυμμετρία στην άμυνα θα παραμείνει δομικό χαρακτηριστικό της διατλαντικής σχέσης, αλλά για να διατηρηθεί μια συμμαχία, η ευρωπαϊκή συνεισφορά στο ΝΑΤΟ πρέπει να αυξάνεται σταθερά. Αυτή η ίδια η αλλαγή -που συνεπάγεται μια σημαντική αύξηση της ευρωπαϊκής συμβολής στη συμμαχία, σε συνδυασμό με τις αποστολές της ΕΕ σε γειτονικά κράτη- θα επιτρέψει επίσης σταδιακά στην ΕΕ να γίνει ένας πιο αξιόπιστος παράγοντας στην άμυνα και στην ασφάλεια στο μέλλον.

Εν συντομία, θα είναι πολύ πιο εύκολο να οικοδομηθεί μια ισχυρότερη διάσταση της ΕΕ στην ασφάλεια μέσω συνεργασίας με το ΝΑΤΟ, αντί με ανταγωνισμό με αυτό. Μια τέτοια προσέγγιση έχει μεγάλες πιθανότητες να κερδίσει την υποστήριξη των κρατών-μελών, καθώς σκέφτονται το μέλλον, και θα βοηθούσε στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο οργανισμών.

ΠΗΓΗ ECFR

 

Share This