των Joshua Franklin και Michael Mackenzie (Νέα Υόρκη)

Η JP Morgan Chase έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από 30 εξαγορές το 2021, με αποτέλεσμα η μεγαλύτερη τράπεζα των ΗΠΑ σε όρους περιουσιακών στοιχείων να κινείται προς το μεγαλύτερο «όργιο» της αγορών εδώ και χρόνια.

Οι εξαγορές, που αφορούν κυρίως μικρότερες επιχειρήσεις όπως μια online εταιρεία διαχείρισης χρήματος στη Βρετανία και μια βραζιλιάνικη ψηφιακή τράπεζα, αποτελούν ένδειξη του πώς ο επικεφαλής της JP Morgan, Jamie Dimon, στρέφεται σε deals για να αναπτύξει τον τραπεζικό γίγαντα.

Μέρη των βασικών δραστηριοτήτων της τράπεζας έχουν βαλτώσει από τα χαμηλά επιτόκια και αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο ανταγωνισμό από εταιρείες fintech και μη ρυθμισμένους δανειστές.

Ο Dimon είχε σημειώσει πέρυσι πως η JP Morgan θα ήταν «πιο επιθετική σε εξαγορές παντού».

Η τράπεζα έχει κάνει μέχρι στιγμής φέτος 33 deals, ένα λιγότερο από αυτά που πραγματοποίησε συνολικά το 2019, σύμφωνα με στοιχεία του Refinitiv. Οι τιμές των περισσότερων συμφωνιών δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.

Εννέα από τα deals πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο, μεταξύ των οποίων δύο την περασμένη εβδομάδα: η αγορά της OpenInvest, μιας πλατφόρμας που επιτρέπει στους πελάτες να εξατομικεύουν ένα χαρτοφυλάκιο με βάση περιβαλλοντικές, κοινωνικές μετρικές και μετρικές διακυβέρνησης (ESG), καθώς και ένα μειοψηφικό πακέτο στη βραζιλιάνικη ψηφιακή τράπεζα C6.

Προηγουμένως είχε εξαγοράσει τη Nutmeg, μια βρετανική πλατφόρμα ψηφιακής διαχείρισης πλούτου προς περίπου 700 εκατ. δολάρια και την Campbell Global, μια εταιρεία διαχείρισης δασών και επενδύσεων σε δάση.

Τον Μάρτιο, η JP Morgan απέκτησε επίσης ποσοστό 10% στη μονάδα διαχείρισης πλούτου της China Merchants Bank προς περίπου 410 εκατ. δολάρια.

«Αγοράζουν μικρότερες εταιρείες fintech για να προωθήσουν καλύτερα τη δραστηριότητα asset management με μικρότερα εμπόδια κουλτούρας, λειτουργίας και καλής θέλησης από αυτά που συνοδεύουν τις μεγάλες εξαγορές», ανέφερε ο Mike Mayo, αναλυτής της Wells Fargo.

Η JP Morgan μπορεί στη συνέχεια να μοχλεύσει αυτές τις μικρότερες επιχειρήσεις με το μεγάλο δίκτυό της, σύμφωνα με τον Mayo. «Η λέξη-κλειδί είναι η επεκτασιμότητα και πόσο καλά μπορούν να συνδέσουν και να μοχλεύσουν τις συμφωνίες αυτές με τις υφιστάμενες δραστηριότητές τους και προς τους πελάτες λιανικής».

Η τράπεζα στρέφεται επίσης σε συμφωνίες για να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη επενδυτική ζήτηση για έκθεση ESG και στους πελάτες που αναζητούν υπηρεσίες ψηφιακής τραπεζικής και asset management, σύμφωνα με αναλυτές.

Για τον Dimon, ο οποίος ηγείται της JP Morgan από το 2005, η σύναψη συμφωνιών είναι μια επιστροφή στις ρίζες του στη Wall Street. Ήταν επικεφαλής υπολοχαγός του Sandy Weill κατά τη διάρκεια μιας σειράς εξαγορών που οδήγησαν στη δημιουργία της Citigroup.

Η έμφαση στις μικρότερες εξαγορές τονίζει επίσης τα εμπόδια που αντιμετωπίζει η JP Morgan στη σύναψη μεγαλύτερων συμφωνιών για μια αντίπαλη τράπεζα, που θα αντιμετώπιζε ρυθμιστικά προβλήματα σε ό,τι αφορά τα όρια των καταθέσεων.

Ένας τομέας όπου η JP Morgan έχει δείξει προθυμία να κάνει μεγαλύτερα deals, είναι στο asset management. Η τράπεζα έχασε έναντι της Morgan Stanley πέρυσι στον ύψους 7 δισ. δολαρίων πόλεμο προσφορών για την αμερικανική εταιρεία διαχείρισης επενδύσεων Eaton Vance.

Η εξαγορά της OpenInvest από την JP Morgan σηματοδοτεί την τελευταία προσπάθεια καθιερωμένων παικτών να επεκτείνουν τις προσωποποιημένες επενδυτικές υπηρεσίες. Η Morgan Stanley απέκτησε τον έλεγχο της Parametric, μιας πλατφόρμας direct indexing, όταν εξαγόρασε την Eaton Vance πέρυσι, ενώ η BlackRock εξαγόρασε την Aperio, ένα άλλο εγχείρημα direct indexing, τον Νοέμβριο.

Η δραστηριότητα asset management της JP Morgan «τα πάει καλά και είχαν αξιοπρεπείς καθαρές ροές για ενεργό διαχειριστή, αλλά τους λείπει μια παθητική παρουσία και βρίσκονται πίσω σε σχέση με την BlackRock, τη Vanguard και τη State Street», σύμφωνα με τον Mayo.

Τελικά, οι συμφωνίες αντιπροσωπεύουν μια προσπάθεια να βρεθούν νέες ροές εσόδων πέραν των παραδοσιακών τραπεζικών υπηρεσιών -μια επιτακτική ανάγκη στην οποία αναφέρθηκε ο Dimon σε συνέδριο τον Ιούνιο.

«Νομίζω πως το τραπεζικό σύστημα θα βρεθεί σε πραγματικά δύσκολη κατάσταση. Αυτή είναι η δική μου προσωπική γνώμη. Και θα υπάρξουν νικητές εκεί, αλλά δεν θα είναι όλοι τους», είπε ο Dimon.

Ερωτηθείς αν η JP Morgan θα βγει νικήτρια, ο Dimon απάντησε: «Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί. Και ο Θεός βοηθός».

ΠΗΓΗ FT

 

Share This