Του Zev Chafets

Η γεωγραφική απόσταση μεταξύ Τελ Αβίβ και Καμπούλ είναι περίπου 3.220 χιλιόμετρα. Μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν, ωστόσο, το Ισραήλ ανησυχεί ότι οι Ταλιμπάν και οι ριζοσπάστες σύμμαχοί τους βρίσκονται ένα βήμα από την πόρτα του.

Πρόκειται για ένα σημείο στο οποίο στάθηκε ιδιαίτερα ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ στη συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, την παραμονή της ολοκλήρωσης της αμερικανικής επιχείρησης εκκένωσης στην Καμπούλ.

“Ζούμε στην πιο σκληρή γειτονιά του κόσμου”, είπε ο Μπένετ. “Έχουμε το ISIS στα νότια σύνορά μας [στο Σινά], τη Χεζμπολάχ στα βόρεια σύνορά μας, την Ισλαμική Τζιχάντ, τη Χαμάς και τις ιρανικές πολιτοφυλακές να μας περιβάλλουν. Και όλοι τους θέλουν να συντρίψουν το εβραϊκό κράτος”.

Έμπνευση
Κάθε μία από αυτές τις οργανώσεις έχει αντλήσει έμπνευση και έχει πανηγυρίσει τη νίκη των Ταλιμπάν. Έχουν περάσει αιώνες από τότε που ένας τζιχαντιστικός στρατός νίκησε για τελευταία φορά τόσο αποφασιστικά συνδυασμένες στρατιωτικές δυνάμεις της Δύσης.

Οι ΗΠΑ μπορεί να προσποιούνται ότι απλώς εγκατέλειψαν στρατηγικά ένα άσκοπο πεδίο μάχης, ωστόσο ολόκληρη η Μέση Ανατολή γνωρίζει καλύτερα την πραγματικότητα. Δεν επρόκειτο μόνο για μια ιστορική ταπείνωση για την Αμερική, αλλά και για ένα πρότυπο για τον διεθνή τζιχαντιστικό εξτρεμισμό.

Ο Σαγέντ Χασάν Νασράλα, ηγέτης της Χεζμπολάχ του Λιβάνου, το είδε αμέσως: “Αυτή είναι μια απεικόνιση της πλήρους ήττας της Αμερικής και της αποτυχίας και πτώσης της επιρροής των ΗΠΑ στην περιοχή”, είπε σε ομιλία του. Η Βηρυτός, όπως και το Τελ Αβίβ, απέχει λίγο περισσότερα από 3.000 χιλιόμετρα από την Καμπούλ. Η αφγανική πόλη είναι όμως πια πρωτεύουσα της Μέσης Ανατολής.

Μετά την αμερικανική κατάρρευση, ο αρχηγός της παλαιστινιακής Χαμάς, Ισμαήλ Χανίγε, τηλεφώνησε στον εκ των ηγετών των Ταλιμπάν, Αμπντούλ Γάνι Μπαραντάρ, για συγχαρητήρια, κάνοντας παρεμπιπτόντως και μια αναλογία. Η νίκη των Ταλιμπάν, είπε ο Χανίγιε, “είναι ένα προοίμιο για τον θάνατο όλων των κατοχικών δυνάμεων, η κυριότερη εκ των οποίων είναι το Ισραήλ στην Παλαιστίνη”. Ο Μπαραντάρ, με τη σειρά του, ευχήθηκε στην Παλαιστίνη “νίκη και ενδυνάμωση ως αποτέλεσμα της αντίστασής της”.

Το σιιτικό Ιράν, επίσης, χαιρέτισε τη νίκη των Ταλιμπάν, του σουνιτικού “αδελφού κράτους” του, επί των απίστων. Οι θρησκευτικές διαιρέσεις έχουν προφανώς μικρότερη σημασία αυτή την εποχή από την αλληλεγγύη στη μάχη εναντίον του “Μεγάλου Σατανά” της Αμερικής και του “Μικρού Σατανά” της Ιερουσαλήμ.

Συναγερμός
Περιττό να ειπωθεί ότι η ένδειξη μειωμένης αμερικανικής αποφασιστικότητας στο Αφγανιστάν δημιουργεί συνθήκες συναγερμού στο Ισραήλ. Πολλοί άνθρωποι εδώ είναι σοκαρισμένοι και σε κατάθλιψη. Λίγοι διατηρούν προσδοκίες ότι ένας νεοεισελθών στη θέση του επικεφαλής της κυβέρνησης όπως ο Bennett μπορεί να χειριστεί αυτήν την αλλαγή στην περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων.

Σε ένα παιχνίδι της μοίρας, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ ήταν ο πρώτος ξένος ηγέτης ο οποίος συναντήθηκε με τον Τζο Μπάιντεν αφότου ο τελευταίος υπερασπίστηκε την απόφασή του να αποσυρθεί από το Αφγανιστάν. Δύο φορές ο Μπένετ ανέφερε ότι το Ισραήλ δεν έχει πιο αξιόπιστο και πιο σταθερό σύμμαχο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η μία πλευρά αυτής της δήλωσης είναι οι καλοί τρόποι, ενώ η άλλη είναι η ηχώ περισσότερο μιας προσδοκίας – ευχής παρά μιας πραγματικότητας.

Το Ισραήλ ανησυχεί ιδιαίτερα για την δυνατότητα των ΗΠΑ να διαχειριστούν με επιτυχία την πυρηνική απειλή η οποία προέρχεται από το Ιράν. Στη συνάντηση στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Μπάιντεν ανέφερε ότι, ενώ εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ της διπλωματίας όσον αφορά το πυρηνικό ζήτημα του Ιράν, εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, θα χρησιμοποιήσει “άλλες επιλογές” για να αποτρέψει το καθεστώς της Τεχεράνης από την κατασκευή ατομικού οπλοστασίου.

Ο Μπένετ έγνεψε ευγενικά, αλλά σίγουρα δεν πιστεύει ότι ο Μπάιντεν θα χρησιμοποιήσει βία για να αποτρέψει μια τόσο επικίνδυνη εξέλιξη. Ούτε βέβαια κανένας στην Τεχεράνη πιστεύει κάτι τέτοιο.

Ο Μπάιντεν κατέστησε επίσης σαφές ότι ο ίδιος και οι σύμβουλοί του θέλουν μια λύση δύο κρατών για το Ισραήλ, η οποία να υπερβαίνει το σχέδιο Τραμπ για μια αποστρατικοποιημένη, δημοκρατική Παλαιστίνη στο 70% περίπου των εδαφών της Δυτικής Όχθης. Ο Μπένετ αντιτίθεται σε μια τέτοια λύση από θέση αρχής, ωστόσο οι εταίροι του στον κυβερνητικό συνασπισμό, πολλοί εκ των οποίων βρίσκονται στα αριστερά του στο συγκεκριμένο ζήτημα, μπορεί να είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν το σκεπτικό Μπάιντεν.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι ένα παλαιστινιακό κράτος θα γίνει πεδίο εκτόξευσης πυραύλων από Παλαιστίνιους τρομοκράτες ή εφαλτήριο για μια κοινή εισβολή Ιράν-Ιράκ-Συρίας-Χεζμπολάχ στο Ισραήλ. Στο παρελθόν, Αμερικανοί διπλωμάτες έχουν αμφισβητήσει αυτή τη θέση, προσφέροντας μάλιστα εγγυήσεις στο πεδίο των πληροφοριών και της ασφάλειας. Δεδομένης της έλλειψης αξιόπιστων πληροφοριών του Μπάιντεν τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου στο Αφγανιστάν και του αγώνα για τη διάσωση των Αμερικανών πολιτών που έμειναν στην Καμπούλ, η πίστη στην αξιοπιστία των ΗΠΑ έχει υπονομευθεί σοβαρά.

Κανείς πια δεν είναι σίγουρος για τις ΗΠΑ
Το Ισραήλ δεν είναι η μόνη χώρα στην περιοχή που αναλογίζεται τη στάση της μπροστά στη νέα κατάσταση. Η Σαουδική Αραβία, το Μαρόκο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και ίσως ακόμη και η Αίγυπτος και η Ιορδανία θα αναρωτιούνται πιθανότατα εάν οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι το ισχυρότερο “άλογο” στην διεθνή κούρσα. Το ίδιο ισχύει και για τους συμμάχους των Αμερικανών στο ΝΑΤΟ, οι οποίοι παραμερίστηκαν κατά την αμερικανική “τρεχάλα” προς το αεροδρόμιο της Καμπούλ.

Υπάρχουν άνθρωποι εδώ στο Ισραήλ οι οποίοι ονειρεύονται μια νέα συνεργασία με την Κίνα, ως υπερδύναμη με στρατηγικές και εμπορικές δυνατότητες. Ωστόσο οι ΗΠΑ δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι μια τέτοια κίνηση και η Ουάσινγκτον παραμένει απαραίτητος, αν και στραπατσαρισμένος προσωρινά, εταίρος για το Ισραήλ.

Ο Μπένετ λοιπόν δεν έχει άλλη επιλογή παρά να λάβει το καλύτερο που μπορεί. Θα απέχει από την κριτική στον Μπάιντεν (ή στον Ομπάμα, τον οποίο ο Μπένετ – με την παρότρυνση του νυν προέδρου των ΗΠΑ – ευχαριστεί για την υποστήριξή του στο Ισραήλ). Θα κρατήσει αποστάσεις από τον Ντόναλντ Τραμπ χωρίς να αποξενώσει τους Ρεπουμπλικανούς και θα χρησιμοποιήσει τον ανοιχτό, καλόκαρδο τρόπο του για να χτίσει σχέσεις με τους κεντρώους Δημοκρατικούς.

Υπάρχουν αμερικανικά όπλα που μέχρι τώρα δεν ήταν διαθέσιμα στο Ισραήλ, τα οποία ο Μπένετ θέλει να αποκτήσει για την περίπτωση αναμέτρησης με το Ιράν. Και θα ήθελε να δει τις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν την οικονομική τους επιρροή για να σώσουν ό,τι απομένει από τις Συμφωνίες του Αβραάμ μεταξύ Ισραήλ και αραβικών χωρών.

Δεδομένου του τζιχαντιστικού ενθουσιασμού ο οποίος εμπνέεται από την πτώση της Καμπούλ, το Ισραήλ αναπόφευκτα θα αναγκαστεί να επιδείξει τη δική του στρατιωτική ικανότητα με πειστικό τρόπο. Ας ελπίσουμε ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν θα το καταλάβει και θα υποστηρίξει όποια δράση επιλεγεί από το Τελ Αβίβ.

Σε τελική ανάλυση, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ δεν έχει την πολυτέλεια να μοιάζει αδύναμο. Δεν έχει επίσης το προνόμιο να μπορεί να τα μαζέψει και να πετάξει μακριά, όπως έκαναν πρόσφατα οι ΗΠΑ από το Αφγανιστάν.

ΠΗΓΗ BLOOMBERG

 

 

Share This