Του Jason Bisnoff

Σε μεγάλο βαθμό η Wall Street έχει κρατήσει αποστάσεις από τη Ρωσία. Τώρα που η χώρα –υπό την ηγεσία του Βλαντίμιρ Πούτιν– οδεύει προς χρεοκοπία, φαίνεται πως η αμερικανική αγορά έπραξε σωστά.

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι ακόμη είναι πολύ νωρίς για να έχουμε πλήρη εικόνα της οικονομικής καταστροφής που θα προκαλούσε μια ενδεχόμενη πτώχευση της Ρωσίας, ωστόσο μέχρι στιγμής φαίνεται ότι οι χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί των ΗΠΑ έχουν αποφύγει τα χειρότερα. “Μεγάλος χαμένος” είναι η Citigroup, αφού –όπως ανακοίνωσε η ίδια– η έκθεσή της σε ρωσικό δημόσιο και εταιρικό χρέος θα μπορούσε να της επιφέρει απώλειες που κυμαίνονται από 5,5 δισ. δολάρια έως 9,8 δισ. δολάρια. Οι τράπεζες έχουν δημοσιοποιήσει το top-20 της έκθεσής τους σε χώρες εκτός των ΗΠΑ. Η Ρωσία δεν βρίσκεται στις 20άδες των Bank of America, Wells Fargo και JPMorgan Chase, και απουσιάζει από το top-10 της Morgan Stanley. Η Goldman Sachs ανέφερε χρηματοπιστωτική έκθεση ύψους 650 εκατ. δολαρίων, ποσό πολύ μικρό σε σύγκριση με το χαρτοφυλάκιό της που αγγίζει τα 2,8 τρισ. δολάρια.

“Προφανώς πρόκειται για πολύ περίπλοκη κατάσταση, επειδή τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν διαφόρων ειδών ανοίγματα προς τη ρωσική κυβέρνηση και εταιρικές οντότητες της χώρας”, τόνισε ο Richard Ramsden, CEO του τμήματος παγκόσμιας επενδυτικής έρευνας της Goldman Sachs. “Αναπόφευκτά θα υπάρξουν ζημιές από την έκθεση στη Ρωσία, αλλά ακόμη είναι νωρίς να εκτιμήσουμε το μέγεθος, αφού βρισκόμαστε στο στάδιο αφομοίωσης του αντίκτυπου που θα έχουν οι κυρώσεις. Το εύρος των εν δυνάμει απωλειών είναι πολύ μεγάλο”.

Η Wall Street, αφού “κάηκε” από το χρηματοπιστωτικό σκάνδαλο στη Ρωσία στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και “πληγώθηκε” από τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Μόσχα μετά την κατάληψη της Κριμαίας από τον Πούτιν το 2014, έχει πάρει πλέον το μάθημά της όσον αφορά τον βαθμό οικονομικής εμπλοκής με τη Ρωσία, η οποία μετά την εισβολή της στην Ουκρανία –στις 24 Φεβρουαρίου– βρίσκεται αντιμέτωπη με μια παγκόσμια οικονομική απομόνωση.

Η ρωσική οικονομία δεν έχει και πολλά να προσφέρει στους επενδυτές πέρα από ενέργεια και ορυκτό πλούτο, σύμφωνα με τον Chris Kotowski, διευθυντή και αναλυτή της επενδυτικής τράπεζας Oppenheimer. “Οι δεσμοί της Ρωσίας με τις δυτικές οικονομίες περιορίζονται ουσιαστικά στον ενεργειακό τομέα”, επισήμανε ο ίδιος. “Ως προς την εθνική ασφάλεια, η Ρωσία έχει νοοτροπία 19ου αιώνα, η οποία συνάδει απολύτως με την εξίσου αναχρονιστική αντίληψή της για την οικονομία”. Ο Kotowski προέβλεψε “απρόσμενες παρενέργειες” –όπως η πρόσφατη αναστολή διαπραγμάτευσης του νικελίου στο Χρηματιστήριο Μετάλλων του Λονδίνου– οι οποίες “θα στοιχίσουν” στις τράπεζες ανεξάρτητα από το εύρος της έκθεσής τους.

O πόλεμος στην Ουκρανία οδήγησε ήδη τη Wall Street στο να αυτο-επιβάλει κάποιες κυρώσεις. Οι Goldman Sachs και JPMorgan ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να διακόψουν τη λειτουργία τους στη Ρωσία, συντασσόμενες με άλλες εταιρείες της Δύσης –από τα McDonald’s έως τα Starbucks– που περιόρισαν ή ανέστειλαν τις δραστηριότητές τους στη χώρα. Τόσο η JPMorgan –η μεγαλύτερη αμερικανική τράπεζα βάσει ενεργητικού– όσο και η Goldman Sachs –o “κολοσσός” της επενδυτικής τραπεζικής– δήλωσαν πως με αυτή τους την κίνηση συμμορφώνονται με τους κυβερνητικούς κανονισμούς.

O Greg Fields, σύμβουλος επενδύσεων στην Gerber Kawasaki, εξέφρασε επιφυλάξεις για το πραγματικό μέγεθος έκθεσης των αμερικανικών τραπεζών, εξαιτίας της “οικονομικής αδιαφάνειας” που επικρατεί στη Ρωσία.

“Η Goldman Sachs λέει ότι φεύγει από τη Ρωσία, αλλά αγοράζει φτηνά το ρωσικό χρέος”, είπε ο Fields. “Οι τράπεζες που ανακοινώνουν ότι φεύγουν από τη ρωσική αγορά ποντάρουν στο ότι η κατάσταση θα έχει αλλάξει σε 12 με 18 μήνες – χρονικό διάστημα που απαιτείται για να ολοκληρώσουν την εκκαθάρισή τους”, παρατήρησε ο ίδιος.

Το “άνοιγμα” της Citi περιλαμβάνει δάνεια και εξασφαλίσεις ύψους 5,4 δισ. δολαρίων, καταθέσεις 4,4 δισ. δολαρίων σε μετρητά –στη ρωσική Κεντρική Τράπεζα και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα– καθώς και συμφωνίες αντίστροφης επαναγοράς. Επιπλέον, “υπάρχει διασυνοριακή έκθεση που οφείλεται σε ρωσικές οντότητες εκτός Ρωσίας”, όπως είπε εκπρόσωπος της τράπεζας.

“Διαχειριζόμαστε αυτό το άνοιγμα προληπτικά για να μειώσουμε τα νούμερα”, υπογράμμισε ο CFO της Citi, Mark Mason, σε ενημέρωση των επενδυτών που έλαβε χώρα μες στον Μάρτιο

Η έκθεση της Goldman Sachs είναι περιορισμένη παρά τις δύο –και πλέον– δεκαετίες δραστηριότητας στη Ρωσία: 650 εκατ. δολάρια σε μη κρατικούς αντισυμβαλλόμενους και δανειολήπτες· πρόκειται για εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, δάνεια, δεσμεύσεις δανεισμού και εξασφαλισμένες απαιτήσεις. Σύμφωνα με εκπρόσωπο της εταιρείας, η καθαρή πιστωτική έκθεση της Goldman Sachs ανέρχεται σε 293 εκατ. δολάρια, με συνολική έκθεση στην αγορά ύψους 414 εκατ. δολαρίων, κυρίως σε μη κρατικούς εκδότες.

Ο Ramsden είπε ότι Citigroup, JPMorgan και Bank of America είναι “οι μόνες τράπεζες με αξιοσημείωτη έκθεση” και πρόσθεσε ότι “εάν λάβουμε υπόψη χρεοκοπίες κρατών κατά το παρελθόν, οι πιθανές απώλειες κυμαίνονται από 30% έως 60%”.

Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών υποχρεώνει τις τράπεζες να τερματίσουν τις συμβάσεις τους με ρωσικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, στα οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις. Και μπορεί να τους χρόνο για να επεξεργαστούν το τέλος των συνεργασιών τους, ωστόσο το ενδεχόμενο να βρεθούν σε μειονεκτική θέση προσπαθώντας να ολοκληρώσουν γρήγορα τις διαδικασίες είναι αρκετά πιθανό.

“Φαίνεται πως οι μεγάλες τράπεζες διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να ζημιωθούν, δεδομένου ότι ορισμένες κυρώσεις επιβάλλονται πρώτη φορά. Ελλοχεύουν κίνδυνοι για ένα ευρύτερο φάσμα ανοιγμάτων από ό,τι είχε αρχικά αξιολογηθεί”, ανέφερε σε σημείωμά της η Goldman Sachs.

Οι ισολογισμοί των αμερικανικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων δεν είναι τόσο “τακτοποιημένοι” όσο των ευρωπαϊκών. Η ιταλική UniCredit και η γαλλική BNP Paribas έχουν ανακοινώσει ότι η ρωσική έκθεσή τους αγγίζει τα 7,4 δισ. και 3,3 δισ. δολάρια αντιστοίχως. Η καθαρή αξία της έκθεσης των ελβετικών “κολοσσών” UBS και Credit Suisse φτάνουν τα 634 εκατ. και 914 εκατ. δολάρια έκαστος.

Share This