Περίπου είκοσι μέρες μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στη γειτονική Ουκρανία οι υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες, αναζητώντας λύσεις για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες του πολέμου, αλλά και των νέων κυρώσεων κατά της Ρωσίας. “Χρειαζόμαστε ισχυρή, κοινή ευρωπαϊκή απάντηση”, τόνισε ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Πάολο Τζεντιλόνι, χωρίς να αναφέρει λεπτομέρειες. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ΕΕ δεν πρόκειται να επιστρέψει σε μία πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική και στην εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας μέσα στο 2023, όπως αρχικά υπολόγιζε. Οι κανόνες της δημοσιονομικής εγκράτειας είχαν ήδη ανασταλεί σε εποχές πανδημίας και ο Επίτροπος Τζεντιλόνι εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος στην ευρωζώνη φτάνει σε ποσοστό 100% του ΑΕΠ, κατά μέσο όρο, χωρίς να συνυπολογίζονται οι συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία.

Η ανασφάλεια παραμένει
Ο υπουργός Οικονομικών της Ιρλανδίας και επικεφαλής του Γιούρογκρουπ, Πασκάλ Ντόναχιου, θεωρεί βέβαιο ότι οι εξελίξεις στην Ουκρανία θα έχουν συνέπειες για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Με τη βοήθεια του περίφημου ‘Ταμείου Ανάκαμψης’ η οικονομία στην ευρωζώνη είχε αρχίσει να ανακάμπτει, παράλληλα με την υποχώρηση της πανδημίας, οπότε όλοι ήλπιζαν ότι η επιταχυνόμενη οικονομική ανάπτυξη ουσιαστικά θα αποπλήρωνε τα πρόσθετα χρέη των τελευταίων ετών. Ωστόσο, το σενάριο αυτό δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. “Ο πόλεμος θα έχει σοβαρές συνέπειες και στην οικονομία, καθώς αυξάνονται οι τιμές των πρώτων υλών και πυροδοτείται ο πληθωρισμός” προειδοποιεί ο Επίτροπος Τζεντιλόνι. “Επηρεάζεται όμως και η δημοσιονομική πολιτική, καθώς τα κράτη-μέλη προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το αυξημένο κόστος της ενέργειας και της φιλοξενίας των προσφύγων. Χρειάζεται διαρκής και κοινή αναπροσαρμογή”.

Αυτή τη στιγμή κανείς δεν μπορεί να κάνει σοβαρή πρόβλεψη για τους δείκτες ανάπτυξης του 2022. Όλα θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια του πολέμου, λέει ο Τζεντιλόνι. Από την πλευρά του ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ δηλώνει συγκρατημένα αισιόδοξος και προβλέπει θετικό ρυθμό ανάπτυξης, έστω και σε χαμηλά επίπεδα. Όμως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον κίνδυνο του στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή ενός ιδιαίτερα επικίνδυνου συνδυασμού μηδενικής ανάπτυξης και απαξίωσης του χρήματος μέσω πληθωρισμού. Πιο συγκεκριμένες προβλέψεις αναμένονται τον Μάιο, σύμφωνα με τον Τζεντιλόνι.

Πολλά κράτη-μέλη θα επιχειρήσουν να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές συνέπειες της ενεργειακής κρίσης με φοροαπαλλαγές και άλλα κοινωνικά μέτρα. Αυτή την μέθοδο φαίνεται να προκρίνουν Γαλλία και Γερμανία. “Χρειαζόμαστε μία άμεση, στοχευμένη, αλλά περιορισμένης διάρκειας στήριξη” δηλώνει επ’ αυτού ο Κρίστιαν Λίντνερ. Σε τελική ανάλυση δεν μπορεί ο κρατικός προϋπολογισμός να επιδοτεί επ’ αόριστον το κόστος της ενέργειας, σε αυτό συμφωνούν όλοι στην ΕΕ. Μείωση της προσφοράς δεν αναμένεται πάντως σε εύθετο χρόνο, καθώς η Ρωσία συνεχίζει να προμηθεύει πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ενώ ο μεγαλύτερος πελάτης της, δηλαδή η ΕΕ, συνεχίζει να αγοράζει. Οι Ευρωπαίοι δεν σχεδιάζουν ενεργειακό εμπάργκο κατά της Μόσχας λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, αυτό έγινε σαφές στη σύνοδο κορυφής των Βερσαλλιών την περασμένη εβδομάδα.

Νέες ιδέες, όχι νέο Ταμείο Ανάκαμψης
Το ερώτημα που απασχολεί τώρα τους υπουργούς Οικονομικών της ΕΕ είναι πώς μπορούν να παρέμβουν στη διαμόρφωση της τιμής του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Η σύνδεση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος με την αντίστοιχη του φυσικού αερίου φαίνεται μάλλον ξεπερασμένη. Ιταλία και Γαλλία ζητούν ένα νέο Ταμείο Ανάκαμψης, στα πρότυπα εκείνου που έχει ήδη εγκριθεί για την πανδημία και περιλαμβάνει 750 δισεκατομμύρια ευρώ. Γερμανία, Ολλανδία, Αυστρία και άλλες χώρες απορρίπτουν την πρόταση. Πηγές του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών επισημαίνουν ότι προηγουμένως θα πρέπει να απορροφηθούν τα χρήματα που έχουν ήδη εγκριθεί για το Ταμείο Ανάκαμψης και τον τακτικό κοινοτικό προϋπολογισμό. Έτσι, στη σύνοδο κορυφής των Βερσαλλιών η πλειοψηφία των κρατών-μελών απέρριψε τη γαλλοϊταλική πρόταση, ζήτησε ωστόσο να εξεταστεί ένα νέο “επενδυτικό μοντέλο” για τις αμυντικές δαπάνες, καθώς και για τις δαπάνες εκείνες που αφορούν την αντιμετώπιση των συνεπειών του πολέμου. “Δεν μιλάμε για επιστροφή στους συνήθεις κανόνες”, ξεκαθαρίζει ο επικεφαλής του Γιούρογκρουπ.

Ο Ζαν Πισανί-Φερί, οικονομολόγος και συνεργάτης του ερευνητικού κέντρου Bruegel στις Βρυξέλλες, εκτιμά ότι μόνο εντός του 2022 τα κράτη-μέλη θα πρέπει να διαθέσουν 50 δισεκατομμύρια ευρώ για να απορροφήσουν την έκρηξη τιμών σε ενέργεια, πρώτες ύλες και τρόφιμα. Σε αυτό το ποσό, κατά τους υπολογισμούς του, προστίθενται άλλα 75 δις για την απεξάρτηση από τα ρωσικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, άλλα 30 δις για την φιλοξενία και περίθαλψη των προσφύγων και τουλάχιστον 20 δις για επιπλέον αμυντικές δαπάνες. “Κατά συνέπεια”, λέει ο ερευνητής του Bruegel, “η ΕΕ θα πρέπει να αποχαιρετίσει τις ελπίδες της για άμεση ανάκαμψη μετά την ύφεση της πανδημίας. Το ζητούμενο είναι, μακροπρόθεσμα, μία συνολική αναδιάρθρωση του πολιτικού μοντέλου, που θα αλλάζει την δημοσιονομική πολιτική, τους μακροοικονομικούς στόχους, τις κανονιστικές παρεμβάσεις στην οικονομία, αλλά και τον καταμερισμό αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην ΕΕ και τα κράτη-μέλη”.

 

Πηγή: Deutsche Welle

Share This