Της Katharina Buchholz

Οι ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις προωθήθηκαν με πιο αργό ρυθμό από ό,τι περίμεναν οι διεθνείς παρατηρητές μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Η παγκόσμια κοινότητα έχει καταδικάσει την πολεμική επιχείρηση της Μόσχας και κυρίως τη βιαιότητα των Ρώσων και τις επιθέσεις που φέρονται να έχουν εξαπολύσει σε μη στρατιωτικούς στόχους, όπως νοσοκομεία.

Ακόμη και αν η Ρωσία επικρατήσει της γειτονικής Ουκρανίας, η οποία ενισχύεται με στρατιωτικό εξοπλισμό από τους Ευρωπαίους συμμάχους και τις ΗΠΑ, η Ιστορία της χώρας ως κατακτητή δεν προϊδεάζει ότι μπορεί να διατηρήσει υπό κατοχή την Ουκρανία, σε περίπτωση που την καταλάμβανε.

Ρωσία: Ένας επίδοξος –αλλά “λίγος”– κατακτητής
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο ουκρανικός στρατός θα περάσει “στην αντίσταση”, αρχίζοντας έναν ανταρτοπόλεμο κατά των κατακτητών. Οι αντάρτικες δυνάμεις δεσμεύονται από λιγότερους κανόνες σε σχέση με τον τακτικό στρατό, είναι πιο ευέλικτες και εντοπίζονται πιο δύσκολα από τις παραδοσιακές ένοπλες δυνάμεις.

Οι ρωσικές ή σοβιετικές δυνάμεις έχουν “κακό” παρελθόν απέναντι σε αντάρτικα, όπως επισημαίνει και η Rand Corporation. Η ρωσική αποτυχία στο Αφγανιστάν το 1992 αποτελεί “αντικείμενο μελέτης για το πώς μια μεγάλη δύναμη μπορεί να ηττηθεί στον ανταρτοπόλεμο” από τον ειδικό σε τέτοιες τακτικές πολέμου Anthony James Joes. Η ωμή βία –γνωστή και ως “σιδηρά πυγμή”– συγκαταλέγεται, σύμφωνα με τη Rand, στους κύριους λόγους αποτυχίας των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων. Το 1994, κατά την επιχείρηση καταστολής της εξέγερσης που είχε ξεσπάσει στην τότε αποσχισθείσα Δημοκρατία της Τσετσενίας, οι ρωσικές δυνάμεις όχι μόνο απέτυχαν σε επίπεδο στρατηγικής, όχι μόνο αντιμετώπισαν προβλήματα με τον στρατιωτικό εξοπλισμό και καταβαραθρώθηκε το ηθικό τους, αλλά δεν βρήκαν υποστήριξη στον λαό της Τσετσενίας και –ακόμη χειρότερα– δεν ενδιαφέρθηκαν να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις του ώστε να αποδυναμώσουν την εξέγερση.

Η “σιδηρά πυγμή” σπανίως πετυχαίνει
Σύμφωνα με τη μελέτη της Rand, ελάχιστες ρωσικές επιχειρήσεις –που βασίστηκαν μόνο στη βία– κατά αντάρτικων ομάδων είχαν θετική έκβαση για τη Μόσχα. Πιο αποτελεσματικές αποδείχθηκαν όσες χρησιμοποιούσαν και μη στρατιωτικά μέσα. Επιπλέον, τακτικές όπως εκφοβισμός, μαζική τιμωρία, διαφθορά και λεηλασίες, αποτελούν παράγοντες που ουσιαστικά υπονομεύουν την επικράτηση ενός τακτικού στρατού σε βάρος αντάρτικων δυνάμεων, οι οποίες μπορεί να υποστηρίζονται και από άλλες χώρες, γεγονός που καθιστά τις εχθροπραξίες πιο περίπλοκες. εξέγερσης.

Ο στρατός των ΗΠΑ, ο οποίος συμμάχησε με τις κυβερνήσεις του Νοτίου Βιετνάμ, της Καμπότζης και του Λάος κατά των κομμουνιστών ανταρτών στις εν λόγω περιοχές τις δεκαετίες του 1960 και ’70, έχει πληρώσει βαρύτερο τίμημα. Ο πιο προηγμένος στρατός στον κόσμο δεν κατάφερε να νικήσει τους αντάρτες της Νοτιοανατολικής Ασίας και ως γνωστόν αποχώρησε ηττημένος το 1975.

Ιστορικά, οι Βρετανοί έχουν αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά τους ανταρτοπόλεμους εναντίον τους – σε πρώην αποικίες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και στη Βόρεια Ιρλανδία. Παρόλο που και οι Βρετανοί συνήθως επιλέγουν να επιβληθούν δια της “σιδηράς πυγμής”, τουλάχιστον στις περιπτώσεις της εξέγερσης των μαοϊκών στη Μαλαισία το 1948 και του IRA στη Βόρεια Ιρλανδία από το 1969 έως το 1999, τα πολεμικά μέσα συνδυάστηκαν με μη στρατιωτικές τακτικές, οδηγώντας το Λονδίνο σε καλύτερα αποτελέσματα για τα συμφέροντά του.

 

ΠΗΓΗ FORBES

 

Share This