Οι νόμοι 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε επανειλημμένα και ισχύει, θεσπίζει και οριοθετεί το μέτρο της διαθεσιμότητας ως δικαίωμα του εργοδότη.

Έτσι, σε περίπτωση περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας του εργοδότη (χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό), είναι δυνατόν, αντί καταγγελίας, να τεθούν εγγράφως σε διαθεσιμότητα εργαζόμενοι, με μέγιστη διάρκεια 3 μήνες, κατόπιν διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζόμενων. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, ο εργαζόμενος λαμβάνει τουλάχιστον το 50% των αποδοχών του. Προκειμένου να τεθεί ο ίδιος εργαζόμενος σε διαθεσιμότητα εκ νέου απαιτείται παρέλευση 3 μηνών, ενώ σε κάθε περίπτωση η εφαρμογή του μέτρου γνωστοποιείται εγκαίρως στην Επιθεώρηση Εργασίας, τον Ε.Φ.Κ.Α. και τον Ο.Α.Ε.Δ.

Παρότι ο νόμος σιωπά ως προς αυτό, είναι ευνόητο ότι δεν είναι επιτρεπτή η θέση σε διαθεσιμότητα του συνόλου του προσωπικού, καθώς κάτι τέτοιο παραπέμπει στην εντελώς διαφορετική κατάσταση της πτώχευσης και της παύσης εργασιών.

Περαιτέρω, το μέτρο της διαθεσιμότητας ως δικαίωμα του εργοδότη υπόκειται στους περιορισμούς της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΚ281) και ιδίως στην ανάγκη εφαρμογή κοινωνικών κριτηρίων κατά την επιλογή των μισθωτών προς διαθεσιμότητα, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα στο δίκαιο της απόλυσης. Έτσι, λαμβάνεται υπόψη προεχόντως η αρχαιότητα, η ηλικία, η κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση, ώστε να επιλεχθεί ο εργαζόμενος για τον οποίο το μέτρο είναι λιγότερο δυσμενές.

Διαθεσιμότητα και απόλυση:

Ήδη από το γράμμα του νόμου, αλλά σαφέστατα και από τον σκοπό του, προκύπτει ότι η διαθεσιμότητα είναι μια ηπιότερη εναλλακτική έναντι της καταγγελίας για τις δοκιμαζόμενες οικονομικά επιχειρήσεις. Έτσι, κάθε επιχείρηση που αντιμετωπίζει μείωση του κύκλου εργασιών της θα πρέπει να προβεί σε διαθεσιμότητα, ή άλλα ανάλογα μέτρα ηπιότερα της απόλυσης, προτού καταγγείλει τις συμβάσεις με τους εργαζόμενούς της. Εάν δεν το πράξει, θα είναι εξαιρετικά δυσχερές να αποδείξει ότι τήρησε την αρχή του εσχάτου μέσου (Ultima Ratio) και ότι επομένως η απόλυση στην οποία προέβη δεν πάσχει από ακυρότητα ως καταχρηστική (ΑΚ281).

Από την άλλη, δύο επιφυλάξεις πρέπει να προστεθούν στην παραπάνω θέση. Αρχικά, το μέτρο της διαθεσιμότητας είναι εξ ορισμού προσωρινό και άρα μη κατάλληλο για την αντιμετώπιση προβλημάτων μόνιμων, ή έστω διαρκών. Ακόμη, η διαθεσιμότητα απαλλάσει τον εργοδότη από το οικονομικό βάρος της μισθοδοσίας κατά 50% το πολύ. Συνεπώς, εάν υπάρχει εξόχως φλέγον οικονομικό πρόβλημα βιωσιμότητας μιας επιχείρησης, μπορεί κάλλιστα να προβληθεί το επιχείρημα της ανεπάρκειας του μέτρου διαθεσιμότητας και να θεωρηθεί θεμιτή και νόμιμη η απευθείας προσφυγή στο μέτρο της απόλυσης.

Share This