Η αύξηση του κατώτατου μισθού συνεπάγεται αύξηση του επιδόματος ανεργίας, το οποίο, από την 1η Απριλίου, διαμορφώνεται σε 479 ευρώ το μήνα (από 438 ευρώ προηγουμένως και 399 ευρώ το 2019). Η σωρευτική αύξηση του επιδόματος ανεργίας από το 2019 είναι 80 ευρώ τον μήνα.
Επίσης, αναπροσαρμόζεται σειρά βοηθημάτων και επιδομάτων που έχουν ως βάση υπολογισμού τον κατώτατο μισθό ή ημερομίσθιο.
Σε αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το βοήθημα ανεργίας για τους αυτοτελώς απασχολούμενους, τα προγράμματα νέων θέσεων εργασίας, το ειδικό βοήθημα λήξης ανεργίας, το βοήθημα, λόγω επίσχεσης εργασίας, ειδικά εποχικά βοηθήματα για μισθωτούς τουριστικού και επισιτιστικού κλάδου, οικοδόμους, δασεργάτες κ.ά., η ειδική παροχή μητρότητας, το επίδομα γονικής άδειας, οι ανεξόφλητες αποδοχές, λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη, η παροχή διαθεσιμότητας, η αποζημίωση των μαθητών στις Επαγγελματικές Σχολές Μαθητείας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), η αποζημίωση για τα προγράμματα εργασιακής εμπειρίας κ.ά.
Τι ισχύει με τις τριετίες;
Το καθεστώς που διέπει τις τριετίες δεν αλλάζει. Εδώ και έντεκα χρόνια, με τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις, εφαρμόζεται η ίδια νομοθεσία. Το καθεστώς αυτό, βάσει της νομοθεσίας, θα αλλάξει, όταν η ανεργία περιοριστεί σε ποσοστό κάτω του 10%.
Συνεπώς, από την αύξηση που ανακοινώθηκε για τον κατώτατο μισθό και το κατώτατο ημερομίσθιο ωφελούνται ακόμη περισσότερο οι εργαζόμενοι οι οποίοι είχαν συμπληρώσει τουλάχιστον μία τριετία στην εργασία τους στις 14 Φεβρουαρίου του 2012. Οι εργαζόμενοι αυτοί θα έχουν επιπλέον αποδοχές, οι οποίες μπορούν να φτάσουν μέχρι και το 30%, ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας. Αυτό σημαίνει ότι ο μικτός κατώτατος μισθός για τους εν λόγω εργαζόμενους μπορεί να φτάσει έως και τα 1.183 ευρώ σε δωδεκάμηνη βάση, το δε ετήσιο όφελος σε σχέση με το 2019 κυμαίνεται από 2.002 ευρώ έως 2.366 ευρώ.
Ποιες θέσεις διατύπωσαν οι επιστημονικοί και οι κοινωνικοί φορείς στο πλαίσιο της διαβούλευσης;
Όλοι τάχθηκαν υπέρ της αύξησης, αλλά με σημαντικές αποκλίσεις ως προς το ύψος της.
Συγκεκριμένα:
Η Τράπεζα της Ελλάδος, το ΙΟΒΕ και η πλειονότητα των εκπροσώπων των εργοδοτών (ΣΕΒ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ, ΣΒΕ), πρότειναν μία «λελογισμένη αύξηση» του κατώτατου μισθού στα όρια το προσδοκώμενου πληθωρισμού, εστιάζοντας στην ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Το ΚΕΠΕ, μολονότι αναγνωρίζει ότι «μία αύξηση άνω του 3-4% θα αυξήσει το μοναδιαίο κόστος εργασίας», εντούτοις καταλήγει ότι θα μπορούσε να δοθεί μεγαλύτερη αύξηση, αντίστοιχη αυτής που δόθηκε πρόσφατα στους συνταξιούχους, «επειδή οι υπόλοιπες χώρες, με τις οποίες ανταγωνιζόμαστε, αναμένεται να αυξήσουν αξιόλογα τις κατώτατες αμοιβές τους».
Η ΓΣΒΕΕ προτείνει μία αύξηση της τάξης του 8% «ως μέτρο καταπολέμησης της φτώχειας των χαμηλόμισθων εργαζομένων, των οποίων το εισόδημα αναλώνεται σε ομάδες αγαθών που παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών».
Η ΓΣΕΕ προτείνει αύξηση της τάξης του 15,8%, ώστε ο νέος κατώτατος μισθός να ανέλθει στα 826 ευρώ.
Υπάρχει κίνδυνος η αύξηση του κατώτατου μισθού να οδηγήσει σε απώλεια ανταγωνιστικότητας, απολύσεις και αύξηση της ανεργίας;
Όπως επισημάνθηκε, κατά τη λήψη της απόφασης, σταθμίστηκαν προσεκτικά τα οικονομικά δεδομένα, οι αντοχές των επιχειρήσεων, οι ανάγκες των εργαζομένων και οι θέσεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της διαβούλευσης.
Ο νέος κατώτατος μισθός ισορροπεί ανάμεσα στις προτάσεις που έκαναν οι φορείς που συμμετείχαν στη διαβούλευση.
Σε κάθε περίπτωση, ανάλογες επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν το 2022 δεν επιβεβαιώθηκαν στην πράξη. Αντίθετα, παρά την αύξηση όχι μόνο του κατώτατου, αλλά και του συνόλου των μισθών, η ανεργία παρέμεινε σε πτωτική τροχιά, ενώ οι εξαγωγές και ο τουρισμός κινήθηκαν σε επίπεδα-ρεκόρ, που σημαίνει ότι δεν επλήγη η διεθνής ανταγωνιστική θέση της χώρας.







