Ακόμη και αν η κίνηση ήταν αναμενόμενη εν μέσω δραματικής συρρίκνωσης της διαφημιστικής αγοράς, η είδηση πως αιτείται πτώχευση ένας όμιλος όπως ο Vice που πριν από έξι χρόνια είχε αποτιμηθεί στα 5,7 δισεκατομμύρια δολάρια, είναι αρκετή για να προκαλέσει φουρτούνα στα ήδη ταραγμένα νερά που δοκιμάζονται οι εταιρίες ψηφιακών μέσων.
Ο Vice Media Group παράγει περιεχόμενο σε 25 γλώσσες και διαθέτει περισσότερα από 30 γραφεία στον κόσμο. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, το Vice εντάχθηκε, όπως το BuzzFeed και η Huffington Post, σε μία νέα γενιά αποκλειστικά διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης που φιλοδοξούσε να υποσκελίσει τους παλιούς κολοσσούς.
Ανάμεσα στις επιτυχίες του περιλαμβάνεται το My Journey Inside the Islamic State, στο οποίο ένας δημοσιογράφος κινηματογράφησε τρομοκρατική ομάδα στη Συρία και το ταξίδι αθλητικής διπλωματίας από τον αστέρα του μπάσκετ Ντένις Ρόντμαν στη Βόρεια Κορέα. Οι πιο πρόσφατες παραγωγές του περιλαμβάνουν ντοκιμαντέρ για τον αμφιλεγόμενο influencer Άντριου Τέιτ και μια ταινία για τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντιμίρ Ζελένσκι.
Η ελπίδα ήταν ότι το Vice θα αποκόμιζε οικονομικά οφέλη από την προσέλκυση εκατομμυρίων αναγνωστών μέσω Facebook και Instagram. Ωστόσο, τα έσοδα της εταιρείας παρέμειναν στάσιμα, ενώ και τα σχέδια να εισαχθεί στο χρηματιστήριο μέσω συγχώνευσης απέτυχαν.
Εκτεθειμένα στην δυσμενή οικονομική συγκυρία, είναι πολλά ιστορικά μέσα όπως το ραδιοφωνικό δίκτυο NPR, η Washington Post και το CNN που προχώρησαν σε απολύσεις.
Όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά, το ζήτημα με το Vice και όλους τους παρόμοιους ιστότοπους είναι ότι ποτέ δεν επεξεργάστηκαν πραγματικά ένα επιχειρηματικό μοντέλο για τη δωρεάν διαδικτυακή δημοσιογραφία.







