Η ανάπτυξη των επιχειρήσεων της Ευρωζώνης διακόπηκε αυτόν τον μήνα, καθώς η ύφεση στη μεταποίηση βάθυνε και ο προηγούμενος ανθεκτικός τομέας της παροχής υπηρεσιών μόλις που αναπτύχθηκε. Κι αυτό προκαλεί ένα δίλημμα πολιτικής υφής για την ΕΚΤ, καθώς πιέζει για αυξήσεις των επιτοκίων για την καταπολέμηση του πληθωρισμού.
Ο σύνθετος δείκτης υπευθύνων προμηθειών (PMI) για τις υπηρεσίες της Ευρώπης HCOB, των 20 κρατών που μοιράζονται το νόμισμα του ευρώ, ο οποίος καταρτίζεται από την S&P Global και θεωρείται ενδεικτικός δείκτης αποτύπωσης της συνολικής οικονομικής εικόνας, υποχώρησε σε χαμηλό πέντε μηνών στο 50,3 τον Ιούνιο από το 52,8 τον Μάιο.
Οριακά πάνω από το όριο του 50, που διαχωρίζει την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση, και κάτω από όλες τις προβλέψεις σε δημοσκόπηση του Reuters που προέβλεπε μικρή πτώση στο 52,5.
Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η οικονομία της ομάδας της Ευρωζώνης βρίσκεται στην καλύτερη περίπτωση σε στασιμότητα μετά από ύφεση τα δύο προηγούμενα τρίμηνα. Περιθώριο ανάκαμψης δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, ακόμη και αν οι ισχυρές κρατήσεις για διακοπές υποδηλώνουν ότι ο τουριστικός τομέας θα μπορούσε να συμβάλει πρόσκαιρα για οριακή ανάπτυξη.
«Πρόκειται για ένα στοιχείο σε βάρος της ανάκαμψης της οικονομίας τους επόμενους μήνες, η οποία αναμένεται από πολλούς», δήλωσε ο οικονομολόγος της Commerzbank Christoph Weil. «Βλέπουμε να επιβεβαιώνεται η εκτίμησή μας ότι η οικονομία της Ευρωζώνης θα συρρικνωθεί και πάλι το δεύτερο εξάμηνο του έτους».
«Οι μέχρι στιγμής αυξήσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 400 μονάδες βάσης επιβραδύνουν όλο και περισσότερο την οικονομία», πρόσθεσε.
Πολιτικό δίλημμα για την ΕΚΤ
Ο πληθωρισμός λίγο πάνω από το 6% είναι υπερβολικά υψηλός και η αγορά εργασίας τρέχει, γεγονός που υποδηλώνει περισσότερες πιέσεις στις τιμές στο μέλλον, καθώς οι εργαζόμενοι απολαμβάνουν διαπραγματευτική δύναμη.
Αλλά η οικονομική δραστηριότητα είναι αδύναμη και η ΕΚΤ έχει σαφώς αποτύχει στον στόχο της να σφίξει την πολιτική της όσο χρειάζεται για να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές χωρίς να οδηγήσει το μπλοκ σε ύφεση.
Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι μια ύφεση θα ωθούσε κανονικά την ανεργία προς τα πάνω, καθιστώντας τη δουλειά της τράπεζας ευκολότερη.
Αλλά οι επιχειρήσεις φαίνεται να συσσωρεύουν εργατικό δυναμικό, θυμούνται έντονα πόσο δύσκολο ήταν να προσλάβουν ξανά εργαζόμενους μετά την πανδημία και προσφέρουν στην ΕΚΤ λίγη ανακούφιση.
Πράγματι, το ποσοστό ανεργίας βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο και η ονομαστική αύξηση των μισθών είναι η υψηλότερη των τελευταίων δεκαετιών, ακόμη και αν οι μισθοί μόλις καλύπτουν το κενό αφού ο πληθωρισμός έχει διαβρώσει την πραγματική τους αξία.
Τα στοιχεία PMI της Παρασκευής απλώς επιβεβαιώνουν αυτή την τάση, καθώς οι επιχειρήσεις αύξησαν ακόμη τον αριθμό των εργαζομένων αυτό το μήνα, με το δείκτη απασχόλησης να διαμορφώνεται στο 54,1, κάπως χαμηλότερα από το 54,6 του Μαΐου.
Προς το παρόν, τα γεράκια της πολιτικής που φοβούνται τον πληθωρισμό περισσότερο από μια ύφεση, φαίνεται να πλειοψηφούν.
«Άλλο ένα τρίμηνο αρνητικής αύξησης του ΑΕΠ δεν είναι αδιανόητο, αν και η τρέχουσα ύφεση παραμένει σαφώς αρκετά ήπια ώστε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να μην αλλάξει πορεία όσον αφορά την αύξηση των επιτοκίων», δήλωσε ο οικονομολόγος της ING Bert Colijn.
Η ΕΚΤ έχει εκ των πραγμάτων υποσχεθεί αύξηση των επιτοκίων τον Ιούλιο και αρκετοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν επίσης θέσει στο τραπέζι μία ακόμη κίνηση, στο 4%, για τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο.
Η πραγματική έκπληξη της Παρασκευής ήταν ότι τα στοιχεία για τον δείκτη PMI που καλύπτει τον κλάδο των υπηρεσιών υποχώρησαν στο 52,4 από 55,1, πολύ κάτω από τη μέση πρόβλεψη για 54,5.
Ενώ η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία του μπλοκ, υπεραπέδωσε στις υπηρεσίες, η Γαλλία αποτέλεσε μεγάλο βαρίδι με τον PMI υπηρεσιών στο 48.
Η μεταποιητική δραστηριότητα βρίσκεται σε πτώση από τον Ιούλιο και η ύφεση βάθυνε αυτόν τον μήνα με τον εργοστασιακό δείκτη PMI της Ευρωζώνης να πέφτει στο 43,6 από 44,8, επίσης κάτω από όλες τις προβλέψεις στη δημοσκόπηση του Reuters και στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2020, όταν η πανδημία COVID εδραιωνόταν στον κόσμο.
Η Γερμανία, με τον υπερμεγέθη μεταποιητικό της τομέα, αποτέλεσε τροχοπέδη για το μπλοκ της Ευρωζώνης, καθώς ο δικός της μεταποιητικός PMI υποχώρησε στο 41,0 από 43,2, σημειώνοντας χαμηλό 37 μηνών.







