Tην άμεση ανάγκη για τον σχεδιασμό μιας ευρείας στεγαστικής πολιτικής το έχουμε αναφέρει από το 2018-2019. Το κόστος στέγασης προβληματίζει πλέον το σύνολο των χωρών της Ευρώπης. Πολλές χώρες της Ευρώπης εφαρμόζουν πολιτικές στέγασης δημιουργώντας κοινωνικές κατοικίες εδώ και δεκαετίες, ενώ λόγω των συνθηκών που διαμορφώνονται ιδιαίτερα από το 2018-2019, έχουν προβεί σε υιοθέτηση νέων μέτρων με στόχο την αναχαίτιση του κόστους στέγασης.

Θεμιστοκλής Μπάκας: Πρόεδρος Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates
Προτάσεις για την διεύρυνσή των δικαιούχων του προγράμματος
«ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ»
1. Διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων.
Το ανώτατο όριο των 16.000 ευρώ για τον άγαμο και των 24.000 ευρώ (+3.000 ευρώ/παιδί) για τον έγγαμο λειτουργεί περιοριστικά στο κεφάλαιο δανεισμού με αποτέλεσμα να επικεντρώνεται το αγοραστικό ενδιαφέρον σε τιμές ακινήτων έως 120.000 ευρώ -150.000 ευρώ. Τα εισοδηματικά κριτήρια μπορούν να αυξηθούν και να οριστούν ανάλογα με την γεωγραφική ζώνη και τις αξίες των ακινήτων ανά περιοχή (αναλογική αύξηση σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος).
Παράδειγμα: Στην Αττική, να ισχύσουν εισοδηματικά κριτήρια προσαυξημένα κατά 20%-25%. Τη δεδομένη χρονική στιγμή, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι το προσαυξημένο κόστος στέγασης πλήττει και άτομα των οποίων τα εισοδήματα είναι, αφενός, υψηλότερα για να δικαιούνται «κοινωνικά προγράμματα», αφετέρου, όμως, πολύ χαμηλά για να μπορούν να στεγαστούν υπό τις συνθήκες της ιδιωτικής αγοράς.
2. Η χορήγηση χαμηλότοκου δανείου να μην αφορά μόνο την αγορά κατοικίας, αλλά και την ανέγερση κατοικίας.
Πολλές οικογένειες και ιδιαίτερα στην περιφέρεια, διαθέτουν ιδιόκτητα οικόπεδα ή/και μονοκατοικίες. Παραχωρώντας οι γονείς μέσω γονικής παροχής στον δικαιούχο του προγράμματος είτε τον «αέρα» της μονοκατοικίας (δικαίωμα υψούν – δικαίωμα ανέγερσης ορόφων μέχρι να εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης), είτε την πλήρη κυριότητα γης, θα μπορεί να ανεγείρει το νέο του σπίτι.
Με αυτόν τον τρόπο βοηθάμε πολλούς νέους που στη περιοχή τους η διαθεσιμότητα ακινήτων είναι μικρή, ενώ παράλληλα, τους παρέχουμε τη δυνατότητα να αποκτήσουν νεόδμητα ακίνητα και όχι ακίνητα παλαιά ακόμη και 40-50 ετών που χρίζουν ανακαίνισης. Το άνωθεν μέτρο, θα λειτουργήσει θετικά σε πολλούς νέους που θέλουν να μετακομίσουν στην επαρχία από τα μεγάλα αστικά κέντρα.
3. Αύξηση της αξίας του ακινήτου από 200.000 ευρώ σε 300.000 ευρώ
Η αύξηση της αξίας του ακινήτου σε 300.000 ευρώ από 200.0000 ευρώ που ισχύει σήμερα, θα βοηθήσει πολλούς νέους που πληρούν τις προδιαγραφές του προγράμματος και ταυτόχρονα οι γονείς τους διαθέτουν αποταμιεύσεις, να αποκτήσουν το ακίνητο τις αρεσκείας τους. Αν αυξηθούν τα εισοδηματικά κριτήρια, θα μπορούσαμε με τους ίδιους όρους να αυξήσουμε αναλογικά και το όριο δανεισμού που σήμερα είναι έως 150.000 ευρώ. Η αύξηση του ορίου της αξίας ακινήτου καθώς και του δανεισμού, θα αποσυμπιέσει πολλές περιοχές που σήμερα βρίσκονται στο επίκεντρο της ζήτησης.
4. Διεύρυνση των ηλικιακών ορίων έως την ηλικία των 45ετών.
Μεγάλο μέρος των νέων οικογενειών που διαθέτουν παιδία και έχουν άμεση ανάγκη να καλύψουν την στεγαστική τους ανάγκη, είναι άνω των 40-42ετών. Η ηλικιακή ομάδα των σημερινών 40-45ετών, είναι οι 26χρονοι και 30χρονοι των μνημονιακών χρόνων.
Η κατοικία είναι δικαίωμα και κοινωνικό αγαθό του πολίτη. Η παροχή της στέγης αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας και υπάγεται στον τομέα της κρατικής κοινωνικής πολιτικής. Η γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση στις 20/2/2020 της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (Καθολική πρόσβαση σε στέγαση αξιοπρεπή, βιώσιμη και οικονομικά προσιτή σε μακροπρόθεσμη βάση) με εισηγητή τον Raymond HENCKS , οι στεγαστικές πολιτικές των κρατών μελών δεν μπορούν να περιορίζονται στο αποκλειστικό στόχο να βοηθήσουν τα ευάλωτα άτομα να βάλουν «ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους», πρέπει να μεριμνούν για την προσαρμογή της κατοικίας στην κατάσταση της οικογένειας και για τη βελτίωση της ποιότητας της κατοικίας, ιδίως μέσω της αναβάθμισης των υφιστάμενων κατοικιών, δηλαδή να εξασφαλίζουν αξιοπρεπή και προσιτή στέγη σε όλους τους πολίτες, εκεί όπου διαπιστώνονται τόσο ποσοτικές όσο και ποιοτικές ανάγκες.







