Βασικό χαρακτηριστικό του νέου συστήματος φορολόγησης θα είναι ότι τα έσοδα που αναφέρονται δεν μπορούν να υπολείπονται εκείνων που προκύπτουν από την ηλεκτρονική πληροφόρηση.
Σας θυμίζουν κάτι;
Θυμίζουν τα «αντικειμενικά κριτήρια» του 1994 με υπουργό τον Αλέκο Παπαδόπουλο. Επομένως δεν είναι κάτι καινούργιο. Τα νέα κριτήρια, τα οποία θα παρουσιαστούν λογικά μέσα στην εβδομάδα που διανύουμε, θα περιλαμβάνουν τα εξής:
Ø Τον κλάδο, το είδος και τα έτη άσκησης της δραστηριότητας
Ø Το επάγγελμα ή οι επιστημονικοί τίτλοι
Ø Τον τόπος της εγκατάστασης της επιχείρησης ή του γραφείου
Ø Τα περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, μετοχές κ.λ.π)
→ Παράδειγμα
Έστω ένας δικηγόρος, έχει το γραφείο του στο Κολωνάκι, τότε θα έχει υψηλότερο «αντικειμενικό» εισόδημα από ό,τι ένας συνάδελφός του που θα έχει το γραφείο του στην Κυψέλη ή ακόμη περισσότερο σε κάποια πόλη της επαρχίας.
→ Τι ίσχυε στο παρελθόν
Καταρχάς υπήρξε η ΠΟΛ.1238/31.10.1994 η οποία καθόριζε αναλυτικά τον τρόπο της συγκεκριμένης διαδικασίας. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ότι στο άρθρο 1 και στην παρ. 1, όριζε ότι, ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από την άσκηση εμπορικής ατομικής επιχείρησης, η οποία δεν τηρεί βιβλία ή τηρεί βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας (τότε έτσι αναφέρονταν) του Κ.Β.Σ, θεωρείτο εκείνο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης της επιχείρησης και της εμπορικής αμοιβής, που αποτελούσε τη φορολογική βάση, με τους συντελεστές εμπορικότητας και απόδοσης της επιχείρησης, δηλαδή (μισθωτική αξία + εμπορική αμοιβή) Χ συντελεστή εμπορικότητας Χ συντελεστή απόδοσης.
Για όσους ενδιαφέρονται στην ΠΟΛ.1238/31,10,1994 μπορείτε να βρείτε αναλυτικές πληροφορίες για το τι ίσχυε εκείνη την εποχή. Θα μπορείτε να δείτε αναλυτικά τους αντίστοιχους πίνακες εμπορικότητας με τους συντελεστές τους, καθώς και λοιπές πληροφορίες για την Μισθωτική αξία. Με το παρόν άρθρο προσπαθούμε να σας δώσουμε μια μικρή εικόνα για το τι ίσχυε τότε και τα κοινά σημεία με σήμερα.
→ Παράδειγμα
Έστω Οδοντίατρος, ο οποίος κατά τη χρήση του 1995 πραγματοποίηση έσοδα 15.000.000 δραχμές (θυμίζουμε δραχμές είχαμε τότε) και δαπάνες 10.500.000 δραχμές. Από το σύνολο των δαπανών, τα 3.500.000 δρχ. δαπανήθηκαν για ενοίκιο, ηλεκτρικό ρεύμα, τηλεφωνία και ύδρευση.
Θα πρέπει να σημειώσουμε κάποια πράγματα που ίσχυαν τότε. Συγκεκριμένα, οι σταθερές επαγγελματικές δαπάνες για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος, αποτελούνταν από το άθροισμα των δαπανών για δεδουλευμένα, ηλεκτρικό ρεύμα, καταβαλλόμενα ή τεκμαρτά μισθώματα, ύδρευση και τηλεφωνική επικοινωνία. Αν ως επαγγελματική στέγη είχε χρησιμοποιηθεί η κατοικία του φορολογούμενου, για τον υπολογισμό της δαπάνης του καταβαλλόμενου ή τεκμαρτού μισθώματος, προκειμένου για ιατρό, οδοντίατρο, ψυχολόγο, ως επιφάνεια λάμβαναν υπόψη τα 40 τ.μ, ενώ για τους υπόλοιπους ελεύθερους επαγγελματίες λαμβάνονταν υπόψη τα 20 τ.μ. Για τον υπολογισμό του τεκμαρτού μισθώματος εφαρμοζόταν η μεθοδολογία που είχε ακολουθηθεί για τον υπολογισμό του τεκμαρτού εισοδήματος ιδιοκατοίκησης. Για τον υπολογισμό των λοιπών σταθερών επαγγελματικών δαπανών της περίπτωσης αυτής ελάμβαναν υπόψη το ½ των δαπανών αυτών της κατοικίας του ελεύθερου επαγγελματία. Σε περίπτωση συστέγασης ελεύθερων επαγγελματιών στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση, οι βασικές επαγγελματικές δαπάνες επιμερίζονταν ανάλογα με τον αριθμό των συστεγαζόμενων. Όταν ο φορολογούμενος αποκτούσε εισόδημα και από μισθωτές υπηρεσίες και από την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος, το ποσό που πρόκυπτε από τον πολλαπλασιασμό των σταθερών επαγγελματικών δαπανών του με τον συντελεστή απόδοσης, περιοριζόταν στο ποσοστό 50%. Το άθροισμα όμως του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες και του υπολοίπου, μετά τον περιορισμό αυτού του γινομένου, δεν μπορούσε να είναι κατώτερο από το συνολικό ποσό του γινομένου αυτού. Ειδικά για τους φυσικοθεραπευτές, τους οικονομολόγους, τους συμβούλους επιχειρήσεων, τους λογιστές ή τους φοροτεχνικούς ή τους αναλυτές προγραμματιστές αν δήλωναν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν διέθεταν επαγγελματική εγκατάσταση, οι διατάξεις αυτές δεν είχαν εφαρμογή. Το άθροισμα όμως του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες και από την άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος δεν μπορούσε να είναι κατώτερο από το συνολικό ποσό του γινομένου των σταθερών επαγγελματικών δαπανών με το συντελεστή απόδοσης.
Συντελεστής απόδοσης
Ο συντελεστής απόδοσης είχε οριστεί ανάλογα με τα έτη άσκησης του επαγγέλματος και είχαν διαμορφωθεί τότε ως εξής:
Τύπος: Έτη άσκησης επαγγέλματος – Συντελεστής απόδοσης
Ø Πάνω από 4 έως 10 έτη – 2,5
Ø Πάνω από 10 έως 15 έτη – 3
Ø Πάνω από 15 έως 20 έτη – 3,5
Ø Πάνω από 20 έτη – 3
1η Σημείωση: Αν οι πιο πάνω ελεύθεροι επαγγελματίες πριν από την έναρξη του επαγγέλματος είχαν ασκήσει ως μισθωτοί ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση εργασίας περισσότερο από μία δεκαετία, τότε για τον προσδιορισμό του συντελεστή απόδοσης στα έτη άσκησης του ελεύθερου επαγγέλματος έμπαινε επιπρόσθετα μία δεκαετία.
→ Λογιστικός Τρόπος: Ακαθάριστες αμοιβές 15.000.000 δρχ. – δαπάνες 10.500.000 δρχ. = 4.500.000 δρχ. καθαρό εισόδημα
→ Τεκμαρτός Τρόπος: Σταθερές επαγγελματικές δαπάνες 3.500.000 δρχ. Χ 3 (συντελεστής απόδοσης με βάση τα έτη άσκησης επαγγέλματος) = 10.500.000 δρχ. τεκμαρτό εισόδημα
→ Συμπέρασμα: Επειδή το τεκμαρτό εισόδημα είναι μεγαλύτερο (>) από το το εισόδημα με τον λογιστικό τρόπο, θα φορολογηθεί για το μεγαλύτερο εισόδημα, δηλαδή το ποσό των 10.500.000 δρχ.
2η Σημείωση: Εκείνη την εποχή και για λίγα χρόνια μετά, υπήρχε και ένας τρίτος τρόπος υπολογισμού ο λεγόμενος εξωλογιστικός τρόπος. Υπήρχε πίνακας όπου περιλάμβανε ανάλογα με το αντικείμενο δραστηριότητας συντελεστές φορολόγησης όπου στο παράδειγμά μας , ο οδοντίατρος εφόσον δεν απασχολούσε προσωπικό είχε συντελεστή 50%.
Επομένως στο παράδειγμά μας θα είχαμε:
→ Λογιστικός Τρόπος: Ακαθάριστες αμοιβές 15.000.000 δρχ. – δαπάνες 10.500.000 δρχ. = 4.500.000 δρχ. καθαρό εισόδημα
→ Τεκμαρτός Τρόπος: Σταθερές επαγγελματικές δαπάνες 3.500.000 δρχ. Χ 3 (συντελεστής απόδοσης με βάση τα έτη άσκησης επαγγέλματος) = 10.500.000 δρχ. τεκμαρτό εισόδημα
→ Εξωλογιστικός Τρόπος: 15.000.000 δρχ. Χ 50% = 7.500.000 δρχ. καθαρό εισόδημα
→ Συμπέρασμα: Επειδή το τεκμαρτό εισόδημα είναι μεγαλύτερο (>) από το το εισόδημα με τον λογιστικό τρόπο και από το εισόδημα που προέκυψε από τον εξωλογιστικό τρόπο θα είχε φορολογηθεί για το μεγαλύτερο εισόδημα, δηλαδή το ποσό των 10.500.000 δρχ , που πάλι βλέπουμε ότι είναι αυτό που προέκυπτε από τον Τεκμαρτό τρόπο.
Το σύστημα των αντικειμενικών κριτηρίων αγνοούσε τα πραγματικά εισοδήματα και μετέτρεπε στην ουσία όλες τις πολύ μικρές επιχειρήσεις ως κερδοφόρες. Στην συνέχεια τις φορολογούσε και έπαιρνε τον αναλογούντα φόρο. Έτσι όλες οι μικρές και αδύναμες επιχειρήσεις τις υπερφορολογούσε και τις εύρωστες από τις οποίες θα μπορούσε να πάρει φόρους στην ουσία τις υποφορολογούσε εκτρέφοντας μια συνείδηση φοροαποφυγής. Είχε θεωρηθεί ως ένα άνισο μέτρο που επέβαλε ίσο φόρο για άνισα εισοδήματα. Τότε υπήρχαν τεράστιες αντιδράσεις και κινητοποιήσεις μέχρι το 1999 που οριστικά καταργήθηκαν. Στη θέση τους καθιερώθηκε η αρχή του προσδιορισμού του εισοδήματος με βάση τη σχέση «Έσοδα – Έξοδα» και οι αναλογούντες φόροι έβγαιναν μέσα από αυτή τη σχέση. Τότε είχε θεωρηθεί ότι ο προσδιορισμός του φορολογητέου εισοδήματος βάση κριτηρίων, αποτελούσε σαφέστατη υποβάθμιση και παραβίαση του κύρους των βιβλίων.
Σήμερα επανέρχεται προς εφαρμογή ξανά με στόχο την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Μέσα από το παρόν άρθρο θέλαμε να θυμίσουμε στους παλαιούς και να μάθουν οι νεότεροι τι ίσχυε τότε και τι κοινά σημεία υπάρχουν με αυτό που ετοιμάζεται σήμερα. Τα συμπεράσματα δικά σας…..







