Πέραν του γεωπολιτικού ενδιαφέροντος και της ανθρώπινης αγωνίας για τις εξελίξεις στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή υπάρχει και ανησυχία για τις οικονομικές επιπτώσεις του, το πόσο θα επηρεάσει διάφορους τομείς όπως είναι η ενέργεια, οι μεταφορές και το εμπόριο, και μέχρι πότε. Οι νέες εκτιμήσεις των οικονομικών αναλυτών αλλά και των διεθνών οικονομικών ιδρυμάτων είναι πιο καθησυχαστικές απ’ όταν άρχισαν οι εχθροπραξίες. Όμως όλες οι πλευρές συνομολογούν πως η πορεία θα αλλάξει δραματικά αν γενικευτεί η σύρραξη, ιδίως μέσω της άμεσης εμπλοκής των ΗΠΑ ή του Ιράν.
Αναμφίβολα η πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή που είναι ακόμα σε εξέλιξη θα έχει συνέπειες για τις ανθρώπινες ζωές, την περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων, ακόμη και την παγκόσμια ειρήνη. Θα έχει, όμως, και επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, η οποία έχει δεχθεί μια σειρά ισχυρών πληγμάτων τα τελευταία χρόνια, από τον Covid μέχρι τον άλλον μεγάλο πόλεμο, αυτόν στην Ουκρανία.
Οι πρόσφατες εμπλουτισμένες με νέα στοιχεία και ενημερωμένες εκθέσεις και εκτιμήσεις αναλυτών κινδύνου είναι πιο «μετριοπαθείς» σε σχέση με τις αρχικές, καθώς προς ώρας βλέπουν σταθεροποίηση στο πολεμικό θέατρο και πολλαπλές προσπάθειες για ειρηνευτική διαδικασία. Παράλληλα, συνδέοντας και αυτήν τη σύγκρουση, ανάμεσα στο Ισραήλ και της Χαμάς, με τον πόλεμο που διεξάγεται σε ευρωπαϊκό έδαφος, εκτιμούν πως θα έχει μικρότερο οικονομικό αντίκτυπο σε σχέση με αυτόν στην Ουκρανία αλλά δεδομένα θα λειτουργήσει αθροιστικά με αυτόν.
Στο Ειδικό Δελτίο της Παγκόσμιας Τράπεζας με τίτλο «Πιθανές βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή», καταγράφεται πως ο αριθμός των ανθρώπων που υποφέρουν από σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια αυξήθηκε κατά περισσότερο από 200 εκατομμύρια μεταξύ 2019 και 2021. Ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας επιδεινώσε την κατάσταση σημαντικά, αν και τα πλήρη στοιχεία δεν είναι ακόμη διαθέσιμα. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην άμεση επίδρασή του στις τιμές των τροφίμων και εν μέρει λόγω των υψηλότερων τιμών της ενέργειας. Ένα άλλο μεγάλο άλμα στις τιμές της ενέργειας, απόρροια του πολέμου στη Μέση Ανατολή θα το έκανε χειρότερο. Κι εκεί καταγράφεται η μεγαλύτερη ανησυχία που αφορά στην ανατροπή των εμπορικών οδών και των συγκοινωνιών στην μεταφορά ενεργειακών προϊόντων αλλά και εμπορευμάτων από την Ανατολή προς τη Δύση.
Η διεύρυνση του πολέμου και ο ρόλος ΗΠΑ-Ιράν
Σύμφωνα με τα διεθνή μέσα που επικαλούνται κυβερνητικούς αξιωματούχους αλλά και παράγοντες της παγκόσμιας αγοράς, η περαιτέρω ανάμειξη των Ηνωμένων Πολιτειών ή του Ιράν στις εχθροπραξίες θα φτάσει την κατάσταση στο χείλος του γκρεμού. Ο αναλυτής Γ. Ράχμαν μιλώντας στους FT υπενθύμισε ότι ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε ως μια σύγκρουση μεταξύ της Αυστρίας και της Σερβίας, συμμάχων μεγαλύτερων δυνάμεων σε διαφορετικά στρατόπεδα.

Σε αυτή την περίπτωση, το Ισραήλ μπορεί να θεωρηθεί ως πληρεξούσιος των ΗΠΑ και η Χαμάς -ή και η Χεζμπολάχ- ως πληρεξούσιοι του Ιράν (το οποίο μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι «αντιπρόσωπος» της Ρωσίας ή ακόμη και της Κίνας σύμφωνα με τη Δύση). Μια αλυσίδα καταστροφικών γεγονότων θα μπορούσε, σημειώνει ο Ράχμαν, να εξαπλωθεί στον ίδιο τον Κόλπο. Θα μπορούσε ακόμη και να οδηγήσει σε σύγκρουση μεταξύ των υπερδυνάμεων. Επιπλέον, μπορούμε να προσθέσουμε, τα καθεστώτα της περιοχής ενδέχεται να αποσταθεροποιηθούν από τη λαϊκή οργή για την αποτυχία να βοηθήσουν τη Γάζα. Αξίζει να θυμηθούμε ότι το εξαιρετικά επιζήμιο εμπάργκο πετρελαίου του 1973 δεν ήταν ένα άμεσο αποτέλεσμα πολέμου, αλλά μια πολιτική απάντηση των Αράβων παραγωγών πετρελαίου.
Ο παράγοντας πετρέλαιο και το ζοφερό σενάριο
Αν ο πόλεμος επεκταθεί, θα είχε σημασία; «Ναι σίγουρα» σημειώνει ο αρθρογράφος των F. Times M. Γουλφ. «Η περιοχή είναι μακράν ο σημαντικότερος παραγωγός ενέργειας στον κόσμο. Σύμφωνα με τη Στατιστική Ανασκόπηση της Παγκόσμιας Ενέργειας του 2023, περιέχει το 48 % των παγκόσμιων αποδεδειγμένων αποθεμάτων και παρήγαγε το 33 % του παγκόσμιου πετρελαίου το 2022. Επιπλέον, σύμφωνα με την Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ. Το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου πέρασε από τα στενά του Ορμούζ, μεταφέροντας πετρέλαιο που αναδύθηκε από τον πυθμένα του Κόλπου, το 2018. Αυτό είναι το σημείο ασφυξίας των παγκόσμιων ενεργειακών προμηθειών».
Η Παγκόσμια Τράπεζα σημειώνει επίσης ότι οι προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις ήταν πολύ δαπανηρές. Η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990 αύξησε τις μέσες τιμές του πετρελαίου τρεις μήνες αργότερα κατά 105%, το αραβικό εμπάργκο πετρελαίου του 1973-74 τις αύξησε κατά 52% και η ιρανική επανάσταση του 1978 τις αύξησε κατά 48%.

Μέχρι στιγμής, ωστόσο, οι επιπτώσεις στις τιμές του πετρελαίου από τις επιθέσεις της Χαμάς στο Ισραήλ και τον πόλεμο στη Γάζα ήταν μέτριες. Σε πραγματικούς όρους, οι τιμές του πετρελαίου τον Σεπτέμβριο ήταν κοντά στο μέσο όρο τους από το 1970. Συνολικά, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν δραματικά στοιχεία. Επιπλέον, προσθέτει η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, το πετρέλαιο έχει γίνει λιγότερο σημαντικό και οι αγορές πετρελαίου λιγότερο ευάλωτες από τη δεκαετία του 1970: Η συμμετοχή του πετρελαίου στην παγκόσμια παραγωγή έχει μειωθεί σχεδόν κατά 60% από τότε. Οι πηγές εφοδιασμού έχουν επίσης διαφοροποιηθεί. Τα στρατηγικά αποθέματα είναι μεγαλύτερα και η δημιουργία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας βελτίωσε τον συντονισμό.
Ωστόσο, το πετρέλαιο παραμένει ζωτικής σημασίας καύσιμο για τις μεταφορές. Το υγρό φυσικό αέριο από τον Κόλπο αποτελεί επίσης σημαντικό μέρος των παγκόσμιων προμηθειών φυσικού αερίου. Μεγάλες διακοπές σε αυτές τις προμήθειες θα είχαν ισχυρό αντίκτυπο στις τιμές της ενέργειας, στην παγκόσμια παραγωγή και στο συνολικό επίπεδο τιμών, ιδίως στα τρόφιμα.
Η Παγκόσμια Τράπεζα κάνει προβολή σεναρίων με μικρές, μεσαίες και μεγάλες παύσεις στον εφοδιασμό: το πρώτο θα μείωνε, υποθέτει, την προσφορά έως και 2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, το δεύτερο θα τη μείωνε κατά 3-5 εκατομμύρια βαρέλια. την ημέρα και η τελευταία, η χειρότερη, θα τη μείωνε κατά 6-8 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Οι αντίστοιχες τιμές του πετρελαίου εκτιμώνται σε 93-102 δολάρια ανά βαρέλι, 109-121 και 141-157 το βαρέλι, αντίστοιχα! Στο χειρότερο σενάριο μιλάμε για ιστορικό ρεκόρ στην τιμή του πετρελαίου! Παρότι η Τράπεζα καθησυχάζει πως πρόκειται για το πλέον ακραίο σενάριο, ο καθένας αντιλαμβάνεται πως μια σύγκρουση στη μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγική περιοχή του κόσμου θα μπορούσε να εξελίχθεί σε πολύ επιζήμια για όλους και οικονομικά.







