DBRS: ”Ευοίωνο το μέλλον των ελληνικών και ευρωπαϊκών τραπεζών το 2024”

Με αισιόδοξη ματιά παρατηρεί το εγγύς μέλλον των ελληνικών αλλά και των ευρωπαϊκών τραπεζών η DBRS, θεωρώντας πως το 2024 θα είναι μία χρονιά με θετικές εξελίξεις σε ότι αφορά τα τραπεζικά συστήματα.

Συγκεκριμένα, η DBRS Morningstar δημοσίευσε ένα σχόλιο σχετικά με τις προοπτικές των ευρωπαϊκών τραπεζών για το 2024, προβλέποντας πως τα κέρδη των ευρωπαϊκών τραπεζών θα παραμείνουν ισχυρά το 2024, αν και σε χαμηλότερα επίπεδα από ότι το 2023, λόγω κάποιας πίεσης στα περιθώρια κέρδους και υποτονικής αύξησης των δανείων, καθώς και υψηλότερων εξόδων και πιστωτικού κόστους.

Συγχρόνως παρατηρεί ότι η ρευστότητα των τραπεζών θα παραμείνει σταθερή, παρά τις πιέσεις στην τιμολόγηση των καταθέσεων, καθώς η ζήτηση δανείων είναι υποτονική εν μέσω υψηλότερων επιτοκίων και αδύναμων οικονομιών.

Τέλος διακρίνεται εντός των συμπερασμάτων της έκθεσης πως οι δείκτες κεφαλαίου εξακολουθούν να επωφελούνται από την ισχυρή παραγωγή κερδών των τραπεζών, η οποία αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό την πίεση για αύξηση των μερισματικών πληρωμών και των επαναγορών μετοχών.

«Οι τράπεζες επωφελήθηκαν από τα ισχυρά κέρδη τα τελευταία τρίμηνα, αλλά αναμένουμε ότι η ποιότητα του ενεργητικού θα επιδεινωθεί σταδιακά λόγω των υψηλότερων επιτοκίων και της συνεχιζόμενης αδυναμίας στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, με τον αντίκτυπο να γίνεται πιο ορατός στα χαρτοφυλάκια επιχειρηματικών δανείων των τραπεζών» δήλωσε η Sonja Förster, αντιπρόεδρος, Global Financial Institutions της DBRS Morningstar.

Oι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ωφεληθεί από τη σημαντική βελτίωση της κερδοφορίας το α΄ εξάμηνο του 2023, αναφέροντας ετήσια αύξηση της μέσης απόδοσης ιδίων κεφαλαίων (ROE) σε 11,1% από 7,7%, με ορισμένες τράπεζες να υπερβαίνουν σημαντικά το επίπεδο αυτό.

«Σημειώνουμε ότι η βελτιωμένη κερδοφορία στον τραπεζικό τομέα έχει ήδη προκαλέσει κυβερνητική δράση σε διάφορες μορφές. Αυτό συνέβη στην περίπτωση της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας, και πιο πρόσφατα στην Πορτογαλία και την Ολλανδία και έχει λάβει ως επί το πλείστο τη μορφή πρόσθετων φόρων ή εισφορών. Τέλος, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023 η ΕΚΤ μείωσε την αμοιβή για τα ελάχιστα αποθεματικά στο μηδέν, συμβάλλοντας στην περαιτέρω πίεση που ασκείται στα περιθώρια», επεξηγεί η DBRS.

«Εκτός από τις χώρες με δάνεια κυρίως κυμαινόμενου επιτοκίου, όπως η Πορτογαλία ή η Ελλάδα, στις περισσότερες χώρες τα δάνεια εξακολουθούν να ανατιμολογούνται, γεγονός που θα πρέπει να στηρίξει το καθαρό περιθώριο τόκων το 2024. Ωστόσο, η ανατιμολόγηση επιβραδύνεται, ενώ το beta των καταθέσεων αυξάνεται. Πιστεύουμε ότι η καθαρή επίδραση κλίνει προς τα κάτω», επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης.

«Όταν τα κέρδη των τραπεζών άρχισαν να αυξάνονται την ίδια στιγμή που τα νοικοκυριά εξακολουθούσαν να παλεύουν με τον πληθωρισμό και τα υψηλότερα επιτόκια, η Ισπανία ήταν η πρώτη χώρα που εφάρμοσε έναν έκτακτο φόρο. Στην Ελλάδα, όπου τα ενυπόθηκα δάνεια είναι ως επί το πλείστον με κυμαινόμενα επιτόκια, εφαρμόστηκε ανώτατο όριο στα επιτόκια από τον Μάιο του 2023 για διάρκεια 12 μηνών, προκειμένου να αποτραπούν περαιτέρω αυξήσεις στα επιτόκια των ενυπόθηκων δανείων», καταλήγει συμπερασματικά η DBRS.

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.