Αποεπένδυση ΤΧΣ από τις τράπεζες: «Ψήφος εμπιστοσύνης» ή ζημιά για το Δημόσιο

 

Ο κύκλος της αποεπένδυσης του ΤΧΣ από τις ελληνικές τράπεζες εκκίνησε με το κλείσιμο του deal της Alpha Bank με την UniCredit ενώ ακολουθεί σήμερα η Εθνική Τράπεζα με το άνοιγμα του βιβλίου προσφορών. Ο «απογαλακτισμός» των συστημικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είναι για τα κυβερνητικά στελέχη «ψήφος εμπιστοσύνης» και απόδειξη της προοπτικής της ελληνικής Οικονομίας. Για κάποιους παράγοντες της αγοράς, όμως, αυτή είναι απλά η βιτρίνα μιας σειράς κακών συμφωνιών, που κλείνουν με μεγάλη ζημία για το Δημόσιο, προκειμένου να ενισχυθεί το αφήγημα της ισχυρής Οικονομίας κόντρα στην πραγματικότητα.

«Το Δημόσιο δεν πρέπει να κρατήσει περαιτέρω τις μετοχές των τραπεζών, πρέπει να τις δώσει τώρα. Έτσι δίνει το σήμα στις αγορές ότι όχι μόνο το Δημόσιο δεν χρειάζεται στήριξη από το εξωτερικό, αλλά ούτε και το τραπεζικό σύστημα δεν χρειάζεται στήριξη από αλλού και μπορεί πολύ καλά να σταθεί τα πόδια του. Μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, αυτό είναι ένα δεύτερο ορόσημο εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα και απογαλακτίζεται από την στήριξη που είχε κατά την διάρκεια της κρίσης μέσω του ΤΧΣ» δήλωσε στη βουλή ο υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Χ. Θεοχάρης, στο περιθώριο της συμφωνίας Alpha-UniCredit και του ανοίγματος του βιβλίου προσφορών για την Εθνική. Ο ίδιος, μάλιστα, υποστήριξε πως από τη διαδικασία επανιδιωτικοποίησης των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες στα χρόνια της κρίσης την προηγούμενη δεκαετία, διασώθηκαν ανακεφαλαιοποιούμενες από το κράτος και τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων, το Δημόσιο όχι απλά δεν ζημιώνεται αλλά και κερδίζει!

Οι ανακεφαλαιοποιήσεις 2011-2015

Οι ελληνικές τράπεζες από το 2011 μέχρι σήμερα χρειάστηκε να ανακεφαλαιοποιηθούν τρεις φορές, προκειμένου να καλύψουν τα «σπασμένα» της κρίσης, το αποτυχημένο PSI, το «κούρεμα» των κρατικών ομολόγων που υπήρχαν στα ταμεία τους, τα «κόκκινα δάνεια». Πάνω από 40 δις δημόσιου χρήματος και γύρω στα 20 δις. ιδιωτικών κεφαλαίων έπεσαν πάνω τους για να στηριχθούν και να στηρίξουν ολόκληρο το οικοδόμημα που λέγεται ελληνική οικονομία.

Συγκεκριμένα στην πρώτη ανακεφαλαιοποίηση που «έκλεισε» τον Ιούνιου του 2013, απαιτήθηκαν 28,5 δις. ευρώ από τα οποία τα 25,5 δις. ήταν πόροι του ΤΧΣ και τα υπόλοιπα τρια δις. από ιδιώτες. Με ιδιωτικά κεφάλαια έγινε και η δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση υψους 8,3 δις. ευρώ έναν χρόνο αργότερα. Το 2015, στο πλαίσιο των υποχρεώσεων του τρίτου Μνημονίου, ψηφίστηκε από τη βουλή η τρίτη ανακεφαλαιποίηση των τραπεζών ύψους 25 δις. Ωστόσο τα stress test του καλοκαιριού του ίδιου χρόνου έδειξαν ότι και στο δυσμενέστερο σενάριο τα χρήματα που απαιτούνται είναι λιγότερα κατά δέκα δις. περίπου. Έτσι για να καλυφθούν οι μάξιμουμ κεφαλαιακές ανάγκες αντλήθηκαν 14,4 δις. ευρώ, με το ελληνικό Δημόσιο μέσω ΤΧΣ να τοποθετεί τα 5,4 δις. και τα υπόλοιπα 9 δις. να έρχονται από τους ιδιώτες.

Στα σχεδόν 31 δις. ευρώ θα πρέπει να προστεθούν και χρήματα που δόθηκαν για την κάλυψη των μη συστημικών τραπεζών αλλά και άλλες ενισχύσεις προς το τραπεζικό σύστημα για τη θωράκισή του. Παράλληλα, δεν πρέπει κανείς να παραγνωρίσει πως το ΤΧΣ ως κάτοχος μετοχών στις τράπεζες συμμετείχε και στις ΑΜΚ όποτε χρειάστηκε, όπως στις περιπτώσεις της Εθνικής και της Alpha το 2021. Έτσι φτάνουμε σε έναν… «λογαριασμό» ύψους 46 δις. ευρώ που διατέθηκαν από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, δηλαδή το Δημόσιο, προς τις τράπεζες. Έναν λογαριασμό που πλήρωσαν, όπως ξέρουμε, οι Έλληνες για να αγοραστούν μετοχές από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και να διασωθούν. Και τώρα οι ίδιες τράπεζες επανιδιωτικοποιούνται πλήρως αντί πινακίου φακής, με την κυβέρνηση να πανηγυρίζει για τα deals που αποτυπώνουν και επιβεβαιώνουν, όπως υποστηρίζει, τις θετικές προοπτικές της ελληνικής Οικονομίας. Για την Alpha Bank, για παράδειγμα, που το ελληνικό Δημόσιο έχει ρίξει σχεδόν 4 δις. για το 9% πανηγυρίζει επειδή εισπράττει 293,5 εκατ. ευρώ για το ίδιο ποσοστό…

«Ασυμφωνία» Θεοχάρη στα νούμερα με ΚΕΠΕ, Moody’s αλλά και ΤΧΣ!

Στην πρόσφατη ανάλυση του το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) με τίτλο «Η «αθέατη» πλευρά του φεγγαριού: Οι αρνητικές επιπτώσεις της αποεπένδυσης του ΤΧΣ από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα» πραγματεύεται όλα τα παραπάνω για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως το ΤΧΣ πουλάει επι ζημία τα ποσοστά του στις συστημικές τράπεζες, αφου σε μια συνολική επένδυση 46 δισ.  ευρώ σε βάθος δωδεκαετίας τα εκτιμώμενα έσοδα της αποεπένδυσης θα είναι της τάξης των 3-4 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με το Κέντρο οι υπαινισσόμενες ζημίες ανέρχονται σε 42 – 43 δισ.  ευρώ με την υπαινισσόμενη απόδοση να κυμαίνεται μεταξύ -91,3% και -93,5%.

Στην μελέτη γίνεται και η απλή πρόσθεση των τιμών αποτίμησης των τεσσάρων τραπεζών στο ΧΑ της προηγούμενης εβδομάδας, που αθροίζουν 16 δις. ευρώ, 16,5 δις ευρώ μαζί με την Attica Bank. Δηλαδή, ακόμα και το 100% των τραπεζών να είχε το Δημόσιο μέσω ΤΧΣ σε αυτή τη φάση, αν «πούλαγε» τώρα θα έχανε 30 δις. ευρώ!

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο διεθνής οίκος αξιολόγησης Moody’s, που σε πρόσφατη έκθεσή του, εκτιμά πως το ΤΧΣ που συσσώρευσε ζημίες εύλογης αξίας 38,6 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2022, θα μπορούσε να ανακτήσει 3-4 δισ. ευρώ με βάση τις τρέχουσες αποτιμήσεις. Παράλληλα υποδεικνύει ως δυσκολότερες περιπτώσεις την αποεπένδυση σε Εθνική και Πειραιώς, εκεί όπου το Δημόσιο έχει τη μεγαλύτερη συμμετοχή με 40,4% και 27% αντίστοιχα.

Moody’s, ΚΕΠΕ αλλά και το ίδιο το ΤΧΣ που στην ιστοσελίδα του γράφει πως έχει «ρίξει» 46 δις. ευρώ για τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος αμφισβητεί ο υφυπουργός Οικονομικών κ. Θεοχάρης που βλέπει πως το ΤΧΣ όχι μόνο δεν χάνει παταγωδώς από την τωρινή αποεπένδυση αλλά αντιθέτως κερδίζει! «Και με όρους ταμειακούς-επενδυτικούς, για την διάσωση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, το ελληνικό Δημόσιο μέσω του ΤΧΣ έχει καταβάλει συνολικά 31,4 δισ. ευρώ. Ωστόσο ωφελήθηκε κατά 28,2 δισ. ευρώ από το κούρεμα των ομολόγων, συνεπώς η διαφορά είναι περίπου στα 3 δισ. ευρώ. Έχει ήδη εισπράξει 3,8 δισ. ευρώ κατά την διάρκεια αυτή που διακρατούσε τις μετοχές και συνεπώς το άμεσο ως τώρα κέρδος φτάνει τα 600 εκατ. ευρώ» και «επιπρόσθετα, μέσω της διαδικασίας της αποεπένδυσης -ενώ ήδη έχουμε κερδίσει- περιμένουμε να εισπράξουμε γύρω στα 3 δισ. ευρώ» είπε ο υφυπουργός σε μια παραλλαγή του ανεκδότου με τον Σκωτσέζο εργοδότη και τον εργαζόμενο του που θέλει αύξηση ενώ έχει δουλέψει μόνο μια μέρα όλο τον χρόνο…

Πέραν από τις διαφορετικές εκτιμήσεις σχετικά με την ανακεφαλαιοποίηση και την αποεπένδυση του Δημοσίου στις ελληνικές τράπεζες, το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί είναι ποια θα είναι τελικά η επόμενη ημέρα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Θα μπορούν να ανταποκριθούν στον ρόλο τους, εξυγιανθείσες πλέον, δηλαδή να διοχετεύουν νέα κεφάλαια στην οικονομία ώστε να συμμετάσχουν πραγματικά στην «εκτόξευση» της; Ή θα ξαναγυρίσουν στα «παλιά» και εν ευθέτω χρόνω θα χρειαστούν νέα κρατική στήριξη;

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.