Η Ομάδα των Επτά (G7), στη σύνοδο κορυφής που πραγματοποιήθηκε στο καναδικό θέρετρο Κανανάσκις, επανέλαβε τη στήριξή της προς την Ουκρανία. Ωστόσο, η στάση της απέναντι στη Ρωσία δεν συνοδεύτηκε από την αναμενόμενη αυστηρότητα. Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι βρέθηκε ενώπιον των ισχυρών του πλανήτη, αλλά χωρίς να καταφέρει να αποσπάσει ουσιαστική νέα στήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως λόγω της απουσίας του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αποχώρησε πρόωρα από τη σύνοδο, επικαλούμενος την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή.
Η σύνοδος αποτέλεσε μια χαμένη ευκαιρία για τον Ζελένσκι να συνομιλήσει απευθείας με τον Τραμπ και να εξασφαλίσει νέες δεσμεύσεις στρατιωτικής βοήθειας. Αντ’ αυτού, έλαβε δέσμευση από τον Καναδά για βοήθεια ύψους 1,27 δισ. ευρώ, κυρίως για drones και τεθωρακισμένα οχήματα, ενώ η Οτάβα επέβαλε επιπλέον κυρώσεις κατά του «σκιώδους στόλου» της Ρωσίας, που χρησιμοποιείται για την παράκαμψη των περιορισμών στην πώληση πετρελαίου.
Πίεση για ειρήνη και διπλωματική στασιμότητα
Ο Ζελένσκι εμφανίστηκε πρόθυμος για άνευ όρων εκεχειρία, τονίζοντας ότι απαιτείται πίεση προς τη Μόσχα. «Η διπλωματία βρίσκεται σε κρίση», σημείωσε χαρακτηριστικά σε ανάρτησή του στο Telegram, καλώντας τους ηγέτες της G7 να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους – και κυρίως να ενθαρρύνουν τον πρόεδρο Τραμπ να παίξει αποφασιστικό ρόλο για τον τερματισμό του πολέμου.
Παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρξε κοινό ανακοινωθέν της G7 που να καταδικάζει ευθέως τη ρωσική εισβολή, γεγονός που αποδίδεται εν μέρει στην επιμονή των ΗΠΑ να διατηρήσουν ανοιχτό το δίαυλο με τη Ρωσία. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του Τραμπ, οι υπόλοιποι ηγέτες συζήτησαν εκτενώς για την Ουκρανία, ωστόσο η έλλειψη ομοφωνίας τους οδήγησε σε ατομικές πρωτοβουλίες υποστήριξης προς το Κίεβο, παρά σε συλλογική στάση.
Πυρηνική ανησυχία για το Ιράν και διπλωματικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή
Ένα ακόμα καυτό ζήτημα που απασχόλησε τη σύνοδο ήταν η κλιμακούμενη ένταση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν. Οι ηγέτες της G7 εξέδωσαν κοινή δήλωση καταδικάζοντας κάθε ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν και ζητώντας αποκλιμάκωση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η γενική διατύπωση της δήλωσης φανέρωσε τις εσωτερικές διαφωνίες.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν προειδοποίησε κατά των αμερικανικών πιέσεων για αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, υπογραμμίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε επικίνδυνη αποσταθεροποίηση της περιοχής. Παράλληλα, η ρητορική του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου υπέρ της ανατροπής της ιρανικής κυβέρνησης αύξησε τους φόβους για περαιτέρω κλιμάκωση.
Η απουσία του Τραμπ και η σκιά της αμερικανικής ηγεσίας
Η απουσία του Αμερικανού προέδρου από τις κρίσιμες τελικές συνεδριάσεις επηρέασε εμφανώς τη δυναμική της συνόδου. Παρότι στην τελική ανακοίνωση οι ηγέτες της G7 εξέφρασαν την υποστήριξή τους στις «προσπάθειες του προέδρου Τραμπ να πετύχει μια δίκαιη ειρήνη στην Ουκρανία», αρκετοί διπλωμάτες παραδέχθηκαν ότι χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ, οι συζητήσεις είχαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα.
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε επιφυλακτικός απέναντι σε νέες κυρώσεις προς τη Ρωσία, προειδοποιώντας για τον «κολοσσιαίο» οικονομικό αντίκτυπο που θα μπορούσαν να έχουν και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εν τω μεταξύ, η Ουάσινγκτον υπέγραψε διμερή συμφωνία που της εξασφαλίζει πρόσβαση στους ορυκτούς πόρους της Ουκρανίας, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για το βάθος της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή.
Κοινές δεσμεύσεις με περιορισμένη εμβέλεια
Πέρα από τα γεωπολιτικά, οι ηγέτες της G7 δεσμεύτηκαν να αντιμετωπίσουν τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που επηρεάζουν την πρόσβαση σε κρίσιμα ορυκτά, ενώ έθεσαν και τις βάσεις για τη διαχείριση των επιπτώσεων της τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία και το περιβάλλον. Ωστόσο, σε όλα τα μεγάλα ζητήματα – από την Ουκρανία μέχρι το Ιράν – η σύνοδος χαρακτηρίστηκε από ελλιπή συλλογικότητα, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητά της να ασκήσει πραγματική επιρροή στην παγκόσμια σκηνή.







