Συνολικές πληρωμές 3,8 δισ. ευρώ προς τον πρωτογενή τομέα το 2025 ανακοίνωσε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Κώστας Τσιάρας, κάνοντας λόγο για «κλείσιμο της χρονιάς με τον καλύτερο δυνατό τρόπο». Πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς, όμως, παραμένει ανοικτό το ερώτημα πόσο ουσιαστικά ενισχύεται η βιωσιμότητα του αγροτικού εισοδήματος.
Σε έναν απολογισμό με έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά προχώρησε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Κώστας Τσιάρας, ανακοινώνοντας ότι μέσα στο 2025 καταβλήθηκαν συνολικά 3,8 δισ. ευρώ στον πρωτογενή τομέα, ποσό αυξημένο κατά περίπου 600 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2024. Η δήλωση έρχεται σε μια συγκυρία έντονων αντιδράσεων και κινητοποιήσεων στον αγροτικό χώρο, με την κυβέρνηση να επιχειρεί να δείξει ότι «στάθηκε σταθερά στο πλευρό των αγροτών».
Πώς κατανέμονται τα 3,8 δισ. ευρώ
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο υπουργός, πάνω από 1,65 δισ. ευρώ αφορούσαν άμεσες ενισχύσεις – δηλαδή τις βασικές πληρωμές της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, που αποτελούν τον πυρήνα του εισοδήματος για μεγάλο μέρος των παραγωγών. Περισσότερα από 1,45 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν σε δράσεις αγροτικής ανάπτυξης, δηλαδή επενδυτικά σχέδια, περιβαλλοντικά μέτρα και προγράμματα αναδιάρθρωσης.
Παράλληλα, περίπου 650 εκατ. ευρώ από τον Κρατικό Προϋπολογισμό διοχετεύθηκαν σε έκτακτες και στοχευμένες ενισχύσεις για περιοχές και προϊόντα που επλήγησαν – κυρίως από ακραία καιρικά φαινόμενα και τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης. Επιπλέον, 76 εκατ. ευρώ διατέθηκαν ειδικά για την Αλιεία και τις Υδατοκαλλιέργειες, έναν κλάδο που συνήθως μένει εκτός δημόσιας συζήτησης, αλλά έχει σημαντική εξαγωγική διάσταση.
Ο κ. Τσιάρας υποστήριξε ότι «τα στοιχεία αυτά δεν επιδέχονται αμφισβήτηση» και ότι «δικαιολογίες πλέον δεν υπάρχουν», αναγνωρίζοντας ωστόσο «αστοχίες και αδυναμίες» στο σύστημα πληρωμών, οι οποίες –όπως είπε– αντιμετωπίζονται με διορθωτικές παρεμβάσεις.
ΟΠΕΚΕΠΕ, έλεγχοι και πολιτικό μήνυμα
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης του υπουργού είναι η αναφορά στην «εξυγίανση του ΟΠΕΚΕΠΕ», την οποία παρουσιάζει ως ήδη σε εξέλιξη, με στόχο μια «νέα περίοδο διαφάνειας και δικαιοσύνης» στην κατανομή των ενισχύσεων. Τόνισε ότι για πρώτη φορά οι πληρωμές έγιναν «ύστερα από ενδελεχείς ελέγχους» και ότι έτσι θα συνεχίσουν να γίνονται, προφανώς απαντώντας σε κριτικές για καθυστερήσεις και λάθη στις πρόσφατες καταβολές.
Παράλληλα, ο υπουργός απαρίθμησε παρεμβάσεις που στοχεύουν στο λειτουργικό κόστος των εκμεταλλεύσεων: περαιτέρω μείωση του ενεργειακού κόστους, απαλλαγή από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στο αγροτικό πετρέλαιο στην αντλία και δέσμευση για αποζημιώσεις από τον ΕΛΓΑ στο 100% της ασφαλιζόμενης αξίας. Όπως ανέφερε, από τα 27 αιτήματα των παραγωγών, τα 20 έχουν ήδη υλοποιηθεί ή βρίσκονται σε φάση υλοποίησης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αναφορά στο Μέτρο 23, ύψους 170 εκατ. ευρώ, καθώς και σε στοχευμένες ενισχύσεις για συγκεκριμένα προϊόντα όπως βαμβάκι, σιτάρι και μηδική, μέσα από «εξοικονομημένους πόρους».
Η πολιτική πίεση και η «ευθύνη» των αγροτών
Πέρα από τα δημοσιονομικά μεγέθη, η δήλωση Τσιάρα έχει σαφές πολιτικό μήνυμα. Κάνει λόγο για «σκοπιμότητες των λίγων» που δεν πρέπει να υπονομεύουν τις αγωνίες των πολλών και για «αρνητές του διαλόγου» που δεν μπορούν να μπλοκάρουν τη χάραξη εθνικής στρατηγικής για τον πρωτογενή τομέα. Υπογραμμίζει ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να πολιτεύεται «χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς αποκλεισμούς» και καλεί τους αγρότες να αναλάβουν τη «δική τους ευθύνη».
Τοποθετεί, έτσι, τη συζήτηση στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο: νέα ΚΑΠ, εμπορικές συμφωνίες της Ε.Ε., κλιματική κρίση και, κυρίως, βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα. Η ρητορική περί «κοινής μάχης» Πολιτείας και παραγωγών αποσκοπεί αφενός στην εκτόνωση της κοινωνικής έντασης, αφετέρου στη νομιμοποίηση της κυβερνητικής στρατηγικής ως μονόδρομου.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κυβέρνηση επενδύει επικοινωνιακά στο νούμερο των 3,8 δισ. ευρώ, όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτές οι ροές μεταφράζονται σε σταθερό, προβλέψιμο και αξιοπρεπές εισόδημα για τον μέσο παραγωγό. Με το κόστος παραγωγής να πιέζεται από ενέργεια, εφόδια και κλιματικό ρίσκο, η διαχείριση ενισχύσεων δεν αρκεί: απαιτείται αναδιάρθρωση καλλιεργειών, ενίσχυση συλλογικών σχημάτων και σοβαρή διαπραγμάτευση στη νέα ΚΑΠ. Χωρίς αυτά, οι ενισχύσεις κινδυνεύουν να λειτουργούν ως προσωρινό «αναισθητικό» σε έναν δομικά ευάλωτο κλάδο.







