Οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, Κώστα Τσιάρα, περί πρόθεσης μείωσης της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος για τους αγρότες επανέφεραν στο προσκήνιο ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας: το υψηλό και ασταθές ενεργειακό κόστος. Όχι ως τεχνική λεπτομέρεια, αλλά ως δομικό παράγοντα που καθορίζει τη βιωσιμότητα ολόκληρων κλάδων.
Η επιλογή της κυβέρνησης να ανοίξει τη συζήτηση μέσω του αγροτικού τομέα δεν είναι τυχαία. Ο πρωτογενής τομέας λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής πολιτικού κόστους. Όταν πιέζεται, η πίεση μεταφέρεται γρήγορα στην κοινωνία, στις τιμές τροφίμων και τελικά στη συνολική οικονομική σταθερότητα. Το ζήτημα όμως είναι αν η επιλεκτική μείωση του κόστους ενέργειας αποτελεί στρατηγική ή απλώς διαχείριση έντασης.
Το ισχύον πλαίσιο για το αγροτικό ρεύμα, μέσω του προγράμματος ΓΑΙΑ, παρέχει μακροχρόνια σταθερότητα τιμών γύρω στα 9 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Πρόκειται για μια πολιτικά διαχειρίσιμη λύση, όχι όμως για δομική απάντηση. Σε μια χώρα όπου η χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει συστηματικά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον αγρότη.
Η πρόθεση για μείωση της τιμής του αγροτικού ρεύματος εγείρει ένα εύλογο ερώτημα πολιτικής συνοχής: γιατί μόνο οι αγρότες; Αν το ενεργειακό κόστος καθιστά μη βιώσιμη την αγροτική παραγωγή, τότε το ίδιο ισχύει και για τη μεταποίηση, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η πολιτική των εξαιρέσεων δείχνει ότι το κράτος αναγνωρίζει τη στρέβλωση, αλλά δεν την αντιμετωπίζει συνολικά. Αντί για καθολικές λύσεις, επιλέγονται στοχευμένες παρεμβάσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα μωσαϊκό ειδικών καθεστώτων χωρίς ενιαία ενεργειακή στρατηγική.
Η καθολική μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος δεν είναι ιδεολογικό αίτημα αλλά τεχνοκρατική ανάγκη. Η ενέργεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δημοσιονομικό βάρος, αλλά ως εργαλείο παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Οι δηλώσεις Τσιάρα αποτελούν ένδειξη ότι το υφιστάμενο μοντέλο έχει φτάσει στα όριά του. Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από τη συζήτηση.







