Σε βασικό μοχλό δημιουργίας αξίας για τον όμιλο ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ αναδεικνύεται το χαρτοφυλάκιο έργων παραχώρησης, με τη Santander να προβλέπει θεαματική αύξηση κερδών και μερισμάτων έως το τέλος της δεκαετίας και πέραν αυτής. Η τράπεζα δίνει τιμή-στόχο 49 ευρώ για τη μετοχή, «βλέποντας» απόδοση κοντά στο 90% και κορύφωση της αξίας των αυτοκινητοδρόμων γύρω στο 2032.
Ο όμιλος ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ περνά σε νέα φάση ωρίμανσης, καθώς τα έργα παραχώρησης μετατρέπονται σε «ατμομηχανή» εσόδων, κερδών και διανομών προς τους μετόχους. Σύμφωνα με αναλυτική έκθεση της Santander, η συσσώρευση συμμετοχών σε αυτοκινητοδρόμους και υποδομές δημιουργεί ένα χαρτοφυλάκιο με μεγάλη διάρκεια ζωής και αυξανόμενες ταμειακές ροές, το οποίο αναμένεται να απογειώσει τα μερίσματα μέχρι το τέλος της δεκαετίας και να ενισχύσει δραστικά τον ισολογισμό του ομίλου.
Ηγεμονία στους αυτοκινητοδρόμους και εκτίναξη μερισμάτων
Μετά και την ενεργοποίηση της σύμβασης της Εγνατίας Οδού στα τέλη του 2025, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ θα ελέγχει περίπου το 85% του δικτύου αυτοκινητοδρόμων της χώρας. Μόνο από τις παραχωρήσεις οδικών αξόνων (Αττική Οδός, Εγνατία, Κεντρική Οδός κ.ά.) η Santander προβλέπει λειτουργικά κέρδη 619 εκατ. ευρώ το 2025, 768 εκατ. ευρώ το 2026 και άνοδο στα 1,23 δισ. ευρώ έως το 2035 – ουσιαστικά διπλασιασμό μέσα σε μία δεκαετία.
Σε επίπεδο μερισμάτων, η εικόνα είναι ακόμη πιο εμφατική. Από 33 εκατ. ευρώ το 2024 για το συνολικό χαρτοφυλάκιο έργων, οι διανομές εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 150 εκατ. ευρώ έως το 2030. Μόνο από τους αυτοκινητοδρόμους, τα μερίσματα προς τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ προβλέπεται να διαμορφωθούν φέτος σε 78 εκατ. ευρώ και να αυξηθούν στα 280–300 εκατ. ευρώ έως το 2035, δηλαδή περίπου τετραπλασιασμός.
Με βάση αυτές τις παραδοχές, η Santander αποτιμά την αξία του χαρτοφυλακίου αυτοκινητοδρόμων να κορυφώνεται γύρω στο 2032, προσεγγίζοντας τα 2,9 δισ. ευρώ, στοιχείο που στηρίζει και την υψηλή τιμή-στόχο των 49 ευρώ για τη μετοχή, με σύσταση «outperform».
Καστέλι, IRC Ελληνικού και η δυναμική του ισολογισμού
Κομβικό ρόλο στις προβολές της τράπεζας έχει και το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλι, η λειτουργία του οποίου τοποθετείται στην περίοδο 2027–2028. Η σύμβαση, με λήξη το 2055, θεωρείται ιδιαίτερα ελκυστική: χαμηλές ανάγκες συντήρησης, περιορισμένος δανεισμός και δυνατότητα παραγωγής σημαντικών μερισμάτων ήδη από τα πρώτα χρόνια. Οι αναλυτές «βλέπουν» ετήσιες διανομές περί τα 70 εκατ. ευρώ στην αρχή, που θα φτάσουν έως τα 180 εκατ. ευρώ προς το τέλος της διάρκειας της παραχώρησης.
Η Santander εκτιμά επίσης ότι ο όμιλος μπορεί να εξετάσει, μετά την ολοκλήρωση του 2028, αποεπένδυση από το IRC στο Ελληνικό μέσω πώλησης του 49% της συμμετοχής του. Η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί απόφαση της διοίκησης, αλλά σενάριο κεφαλαιακής ανακύκλωσης που θα μπορούσε να απελευθερώσει πρόσθετη αξία.
Καθώς οι παραχωρήσεις βρίσκονται ακόμη στα πρώτα χρόνια ζωής τους (μέση διάρκεια άνω των 27 ετών), η σταδιακή απομείωση του σχετικού δανεισμού ενισχύει την παραγωγή ελεύθερων ταμειακών ροών. Η Santander προβλέπει μείωση του καθαρού δανεισμού του ομίλου από 292 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2025 σε μόλις 26 εκατ. ευρώ το 2030, με τα διαθέσιμα να φτάνουν τα 1,2 δισ. ευρώ έως το 2035. Καθοριστικό στοιχείο αποτελεί ότι το 98% του δανεισμού είναι non-recourse, δηλαδή βαρύνει σε επίπεδο έργου και όχι τον μητρικό ισολογισμό.
Προίκα για τον νέο κύκλο υποδομών
Η βελτίωση της ρευστότητας και η σταθεροποίηση των ταμειακών ροών τοποθετούν τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ σε πλεονεκτική θέση για τον επόμενο κύκλο παραχωρήσεων και ΣΔΙΤ. Οι αναλυτές κάνουν λόγο για «αγωγό» έργων υποδομής 44 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια, από τον οποίο ο όμιλος προσδοκά βραχυπρόθεσμα να εξασφαλίσει νέα έργα 8–10 δισ. ευρώ σε οδικούς άξονες (ιδίως ΣΔΙΤ στη Βόρεια Ελλάδα), αεροδρόμια και υποδομές διαχείρισης υδάτων και απορριμμάτων.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η έκθεση της Santander δεν είναι απλώς ένα «αισιόδοξο report» για μία μετοχή, αλλά μια έμμεση επιβεβαίωση ότι το ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης μέσω παραχωρήσεων ωριμάζει και παράγει πλέον σταθερά, μακροπρόθεσμα cash flows. Για τους επενδυτές, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ εξελίσσεται σε υβρίδιο υποδομών–utilities με έντονο προφίλ μερισματικής απόδοσης, ενώ για το Δημόσιο η ισχυρή της θέση σημαίνει ότι ένας περιορισμένος αριθμός παικτών θα καθορίσει τον χάρτη των υποδομών για δεκαετίες – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ανταγωνισμό, τις αποτιμήσεις και, τελικά, το κόστος χρήσης για τους πολίτες.







