Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν απαντά στις αμερικανικές διεκδικήσεις με κάλεσμα σε θεσμικό διάλογο και στήριξη στις ευρωπαϊκές θέσεις περί κυριαρχίας. Η υπόθεση αναδεικνύει την κεντρική σημασία της Αρκτικής για το ΝΑΤΟ και τις γεωπολιτικές ισορροπίες ΗΠΑ–Ευρώπης.
Η κλιμάκωση της έντασης γύρω από τη Γροιλανδία, μετά τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ περί σοβαρού ενδιαφέροντος για το νησί, οδηγεί την κυβέρνηση της Γροιλανδίας σε μια συνειδητή επιλογή: αποκλιμάκωση μέσω θεσμικού διαλόγου και συσπείρωση γύρω από τις ευρωπαϊκές αρχές κυριαρχίας.
Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, σε ανάρτησή του στο Facebook, ευχαρίστησε τους Ευρωπαίους ηγέτες για την «αμέριστη υποστήριξή» τους απέναντι στις αμερικανικές διεκδικήσεις και υπογράμμισε ότι, σε μια συγκυρία όπου ο Αμερικανός πρόεδρος επαναλαμβάνει ότι οι ΗΠΑ είναι «σοβαρές» για τη Γροιλανδία, η στήριξη των συμμάχων στο ΝΑΤΟ είναι «ιδιαίτερα σημαντική και ξεκάθαρη».
Σαφές μήνυμα για κυριαρχία και ρόλο της Δανίας
Ο Νίλσεν κάλεσε εκ νέου την αμερικανική κυβέρνηση «να ξεκινήσει διάλογο με σεβασμό, μέσω των κατάλληλων διπλωματικών και πολιτικών οδών» και να αξιοποιήσει τις υφιστάμενες δομές και συμφωνίες που ήδη συνδέουν Γροιλανδία, Δανία και ΗΠΑ. Με αυτό τον τρόπο, η Γροιλανδία επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο των μονομερών δηλώσεων στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των υφιστάμενων συνθηκών.
Παράλληλα, κοινό ανακοινωθέν των ηγετών Γαλλίας, Γερμανίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Ιταλίας, Ισπανίας, Πολωνίας και Δανίας έστειλε σαφές μήνυμα προς την Ουάσινγκτον: «Μόνο η Δανία και η Γροιλανδία μπορούν να αποφασίζουν για θέματα που αφορούν τη Δανία και τη Γροιλανδία». Οι Ευρωπαίοι ηγέτες επαναβεβαίωσαν ότι «η Γροιλανδία ανήκει στον λαό της» και ότι δεν θα πάψουν να υπερασπίζονται τις αρχές του Χάρτη του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένων της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και του απαραβίαστου των συνόρων.
Η Αρκτική ως νέα γεωπολιτική προτεραιότητα
Στο ανακοινωθέν υπογραμμίζεται επίσης ότι η Γροιλανδία είναι τμήμα του ΝΑΤΟ και πως η Συμμαχία έχει καταστήσει σαφές ότι η Αρκτική αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι δηλώνουν ότι εντείνουν τη δράση τους στην περιοχή, ενώ τονίζουν ότι «η ασφάλεια στην Αρκτική πρέπει να επιτευχθεί συλλογικά, σε συντονισμό με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών».
Πίσω από τις διπλωματικές διατυπώσεις, η Αρκτική αναδεικνύεται σε πεδίο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, με επίκεντρο τόσο τα ενεργειακά και μεταλλευτικά αποθέματα όσο και τις νέες θαλάσσιες οδούς που ανοίγει η κλιματική αλλαγή. Η Γροιλανδία βρίσκεται ακριβώς στο σταυροδρόμι αυτών των εξελίξεων, καθιστώντας την κρίσιμη για τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ, αλλά και για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Η επιλογή της Κοπεγχάγης και της Νουούκ να «ευρωπαϊκοποιήσουν» το ζήτημα, μέσα από ένα κοινό μέτωπο με τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, λειτουργεί ως αντίβαρο σε τυχόν απόπειρες διμερούς πίεσης από την Ουάσινγκτον προς μια μικρή και εξαρτημένη οικονομικά περιοχή.
Οι ισορροπίες ΗΠΑ – Ευρώπης στο μικροσκόπιο
Η υπόθεση της Γροιλανδίας δοκιμάζει τις αντοχές της διατλαντικής σχέσης, καθώς οι Ευρωπαίοι επιχειρούν να εμφανιστούν ως υπερασπιστές του διεθνούς δικαίου και της κυριαρχίας, την ώρα που παραμένουν στρατιωτικά εξαρτημένοι από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας. Η αναφορά στο ΝΑΤΟ ως πλαισίο συλλογικής διαχείρισης της ασφάλειας στην Αρκτική είναι ταυτόχρονα κάλεσμα συνεργασίας προς τις ΗΠΑ και έμμεση προειδοποίηση κατά μονομερών κινήσεων.
Για τη Γροιλανδία, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός η διασφάλιση της πολιτικής της αυτονομίας και της κυριαρχίας επί των φυσικών της πόρων· αφετέρου η αξιοποίηση του ενδιαφέροντος μεγάλων δυνάμεων για να ενισχύσει την οικονομική της ανάπτυξη, χωρίς να μετατραπεί σε «γεωπολιτικό λάφυρο».
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κίνηση Νίλσεν να αγκυρώσει τη διαμάχη σε ΝΑΤΟ και Χάρτη ΟΗΕ δείχνει ότι ακόμη και μικρές χώρες μπορούν να αυξήσουν το διαπραγματευτικό τους βάρος, όταν λειτουργούν πολυμερώς και όχι ως εύκολα θύματα διμερών παζαριών. Η Αρκτική εξελίσσεται σε νέο τεστ για την αξιοπιστία της Δύσης ως κοινότητας κανόνων και όχι απλώς ισχύος.







