Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλύπτει ήδη περίπου το ένα τέταρτο των αναγκών της σε φυσικό αέριο από τις ΗΠΑ, με την εξάρτηση να απειλεί να φτάσει έως και το 40% έως το 2030. Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις Βρυξελλών – Ουάσιγκτον βυθίζονται σε ιστορικό χαμηλό, εντείνοντας τους φόβους για νέα γεωπολιτική ομηρία.
Η στροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης μακριά από το ρωσικό φυσικό αέριο μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022 δημιούργησε έναν νέο, εξίσου περίπλοκο ενεργειακό δεσμό: την αυξανόμενη εξάρτηση από το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Politico, περίπου το 27% της κατανάλωσης φυσικού αερίου στην Ευρώπη καλύπτεται ήδη από τις ΗΠΑ, ποσοστό που μπορεί να αγγίξει το 40% έως το 2030 με βάση τις συμφωνίες που έχουν ήδη υπογραφεί.
Από τη ρωσική στη… αμερικανική εξάρτηση
Πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, το ρωσικό αέριο αντιστοιχούσε περίπου στο 50% των εισαγωγών της ΕΕ. Η σταδιακή και πλέον πλήρης απαγόρευση των ρωσικών ροών ώθησε τις Βρυξέλλες να καλύψουν το κενό με LNG, κυρίως από τις ΗΠΑ, αξιοποιώντας τις νέες υποδομές που αναπτύχθηκαν σε τερματικούς σταθμούς και πλωτές μονάδες επαναεριοποίησης.
Η επιλογή αυτή έλυσε βραχυπρόθεσμα το πρόβλημα ασφάλειας εφοδιασμού, αλλά δημιούργησε ένα νέο στρατηγικό ρίσκο: την υπερσυγκέντρωση της εξάρτησης σε έναν άλλο, εξωγενή προμηθευτή, με τον οποίο οι πολιτικές σχέσεις βρίσκονται σε έντονη ένταση. Η επιδίωξη του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να αποκτήσει τη Γροιλανδία –περιοχή της Δανίας– και η σύνδεσή της με απειλές επιβολής δασμών σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Δανία και η Βρετανία, έχουν επιδεινώσει δραματικά το κλίμα.
Ανώτερος Ευρωπαίος διπλωμάτης προειδοποιεί ότι ο κίνδυνος διακοπής ή εργαλειοποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού σε περίπτωση κλιμάκωσης, ακόμη και σενάριου εισβολής στη Γροιλανδία, «πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη», αν και εκφράζει την ελπίδα ότι δεν θα φτάσουμε σε τόσο ακραίες εξελίξεις.
Διαφοροποίηση προμηθευτών και επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης
Παρά τη ρητορική για εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης της ΕΕ. Οι Βρυξέλλες έχουν δεσμευτεί στη διαφοροποίηση των προμηθευτών LNG, εξετάζοντας την ενίσχυση εισαγωγών από χώρες όπως το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ωστόσο, η παγκόσμια προσφορά LNG είναι συγκεντρωμένη σε λίγους παίκτες, περιορίζοντας τα περιθώρια γρήγορης αναδιάταξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και αναλυτές βλέπουν την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης ως τον μόνο πραγματικό στρατηγικό δρόμο απεξάρτησης. Ο ευρωβουλευτής Thomas Pellerin-Carlin υπογραμμίζει ότι όσο επιταχύνονται οι επενδύσεις σε βιωσιμότητα και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τόσο μειώνεται διαρθρωτικά η ζήτηση για φυσικό αέριο, ακόμη κι αν το μερίδιο του αμερικανικού LNG αυξάνεται στο εναπομείναν «κομμάτι» της αγοράς.
Όπως σημειώνει, εφόσον η ΕΕ «διατηρήσει την ψυχραιμία της» και συνεχίσει τις κερδοφόρες επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια, μπορεί να μειώσει τη συνολική κατανάλωση φυσικού αερίου σε τέτοιο βαθμό ώστε να περιορίσει την εξάρτηση από το αμερικανικό LNG, ακόμη και με πλήρη κατάργηση του ρωσικού αερίου από το ενεργειακό μείγμα.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η ΕΕ κινδυνεύει να επαναλάβει το λάθος της ρωσικής μονοκαλλιέργειας, απλώς αλλάζοντας προμηθευτή. Η πραγματική ενεργειακή κυριαρχία δεν θα προέλθει από την αναδιανομή των LNG συμβολαίων, αλλά από την επιθετική μείωση της ζήτησης μέσω εξοικονόμησης και ΑΠΕ. Για την Ελλάδα, που επενδύει σε υποδομές LNG (Ρεβυθούσα, Αλεξανδρούπολη), το διακύβευμα είναι διπλό: να αξιοποιήσει τον ρόλο της ως πύλη εισαγωγής, χωρίς να παγιδευτεί σε ακριβές και γεωπολιτικά εύθραυστες εξαρτήσεις.







