Η κλιμάκωση των δασμών από τον Ντόναλντ Τραμπ ανοίγει έναν νέο γύρο εμπορικής αντιπαράθεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποκαλύπτοντας δύο εντελώς διαφορετικά συστήματα λήψης αποφάσεων. Η Ουάσιγκτον κινείται με ταχύτητα εκτελεστικών διαταγμάτων, ενώ οι Βρυξέλλες παλεύουν με βέτο, εσωτερικές διαιρέσεις και χρονοβόρες διαδικασίες.
Η πρόσφατη απειλή των ΗΠΑ για επιβολή πρόσθετων δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα, με αφορμή τη σύγκρουση για τη Γροιλανδία, φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα: μπορεί η ΕΕ να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε έναν εμπορικό πόλεμο με την Ουάσιγκτον; Ο Ντόναλντ Τραμπ αξιοποιεί την προεδρική εξουσία με επιθετικό τρόπο, ανακοινώνοντας μέσω social media αυξήσεις δασμών από 10% έως και 200% και κλιμακώνοντας άμεσα όταν δει αντίδραση. Αντίθετα, η ΕΕ μοιάζει με «σούπερ τάνκερ»: ισχυρή σε βάθος, αλλά εξαιρετικά αργή στις στροφές.
Η ταχύτητα του Λευκού Οίκου απέναντι στη βραδύτητα των Βρυξελλών
Η Ουάσιγκτον βασίζεται σε μια λογική «κυριαρχίας μέσω κλιμάκωσης»: αυξάνει το κόστος για τον αντίπαλο γρηγορότερα απ’ όσο εκείνος μπορεί να αντιδράσει. Ο Τραμπ έχει ήδη εκδώσει εκατοντάδες εκτελεστικά διατάγματα στη δεύτερη θητεία του, επιταχύνοντας μονομερείς εμπορικές κινήσεις. Αντίθετα, η ΕΕ χρειάζεται εβδομάδες ή μήνες για να καταλήξει σε πακέτα αντιποίνων, με τη Γαλλία και τη Γερμανία να διαπραγματεύονται κοινή στάση και χώρες όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία να μπλοκάρουν πιο επιθετικές επιλογές.
Το βασικό «βαρύ όπλο» της Ένωσης, το εργαλείο κατά του πειθαναγκασμού (ACI), απαιτεί διπλή ψηφοφορία πλειοψηφίας και προκαταρκτική έρευνα, πριν φτάσει σε συγκεκριμένα μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη κι αν υπάρξει πολιτική βούληση, η ενεργοποίησή του θα πάρει μήνες. Γι’ αυτό και οι διπλωμάτες εκτιμούν ότι η πρώτη αντίδραση θα είναι κλασικά δασμολογική, με στοχευμένα πλήγματα σε αμερικανικές βιομηχανίες που πονάνε πολιτικά τον Λευκό Οίκο.
Τα όπλα της Ευρώπης: δασμοί, υπηρεσίες και κρίσιμες εξαγωγές
Η ΕΕ έχει ήδη έτοιμο πακέτο δασμών έως 30% σε αμερικανικές εισαγωγές αξίας περίπου 93 δισ. δολαρίων, που αφορά από μαχητικά αεροσκάφη και αυτοκίνητα μέχρι πουλερικά. Με βάση νεότερη χαρτογράφηση άνω των 6.000 προϊόντων, οι δασμοί-αντίποινα θα μπορούσαν να καλύψουν πλέον αμερικανικές εξαγωγές άνω των 100 δισ. δολαρίων, με έμφαση στην αεροναυπηγική, τον μηχανολογικό εξοπλισμό και τα οχήματα.
Ωστόσο, ένας «οφθαλμός αντί οφθαλμού» στα αγαθά είναι επικίνδυνος για την Ευρώπη: το εμπορικό της πλεόνασμα με τις ΗΠΑ ανέρχεται σε περίπου 200 δισ. ευρώ και η αμερικανική αγορά απορροφά το 20% των ευρωπαϊκών εξαγωγών. Από την άλλη πλευρά, μελέτες όπως αυτή του Ινστιτούτου του Κιέλου δείχνουν ότι έως και το 96% του κόστους των αμερικανικών δασμών μετακυλίεται στους ίδιους τους Αμερικανούς καταναλωτές, δημιουργώντας εσωτερική πίεση στον Τραμπ.
Πολύ μεγαλύτερος μοχλός για την ΕΕ είναι οι υπηρεσίες: η Ένωση εισάγει περίπου 100 δισ. ευρώ περισσότερες αμερικανικές υπηρεσίες από όσες εξάγει, γεγονός που ανοίγει το δρόμο για στοχευμένα πλήγματα σε Big Tech και χρηματοοικονομικές εταιρείες. Σενάρια περιλαμβάνουν πανευρωπαϊκά τέλη σε ψηφιακές υπηρεσίες, περιορισμούς σε αμερικανικό cloud και επικοινωνίες ή ακόμη και αξιοποίηση κανόνων κατά της απάτης για την ανάκληση αδειών σε αμερικανικά crypto-exchanges.
Ο κίνδυνος μπούμερανγκ και η «αρετή» της ευρωπαϊκής βραδύτητας
Όλα αυτά, όμως, ενέχουν σοβαρό ρίσκο μπούμερανγκ. Η ευρωπαϊκή οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αμερικανικές τεχνολογικές υποδομές cloud, ενώ η ευρωζώνη προβλέπεται να αναπτυχθεί μόλις κατά 1,3% το 2026, σύμφωνα με το ΔΝΤ. Ένας παρατεταμένος εμπορικός πόλεμος θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή την εύθραυστη ανθεκτικότητα. Παρ’ όλα αυτά, επιχειρηματικοί όμιλοι στην Ευρώπη εμφανίζονται πλέον πιο πρόθυμοι να στηρίξουν μια σκληρή στάση, σε αντίθεση με την πιο συμβιβαστική τους γραμμή το προηγούμενο καλοκαίρι.
Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι η ίδια η βραδύτητα της ΕΕ μπορεί να αποδειχθεί πλεονέκτημα: κερδίζει χρόνο ώστε να αυξηθεί η πίεση στον Τραμπ από τις αγορές, τη Wall Street και την αμερικανική κοινή γνώμη, η οποία –σύμφωνα με δημοσκοπήσεις– αντιτίθεται συντριπτικά σε κινήσεις όπως η βίαιη προσάρτηση της Γροιλανδίας. Με τις αμερικανικές μετοχές και το δολάριο ήδη να πιέζονται, η υπομονετική, θεσμική προσέγγιση της Ευρώπης ίσως αποδειχθεί πιο αποτελεσματική από μια βεβιασμένη επίδειξη ισχύος.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η σύγκρουση Ουάσιγκτον–Βρυξελλών δεν είναι απλώς διαμάχη δασμών, αλλά crash test για το αν η ΕΕ μπορεί να μετατρέψει την οικονομική της βαρύτητα σε γεωπολιτική ισχύ. Αν δεν λύσει τον γρίφο της εσωτερικής ενότητας και της ταχείας λήψης αποφάσεων, θα συνεχίσει να παίζει άμυνα σε έναν κόσμο που επιβραβεύει την επιθετική κλιμάκωση.







