Ο θάνατος του 37χρονου νοσηλευτή Άλεξ Πρέτι στη Μινεάπολη από πυρά ομοσπονδιακών πρακτόρων φέρνει σε πρωτοφανή σύγκρουση τον Λευκό Οίκο του Ντόναλντ Τραμπ με το πανίσχυρο λόμπι υπέρ της οπλοκατοχής. Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την οπλοφορία του θύματος ως τεκμήριο νομιμότητας της φονικής επέμβασης, προκαλώντας όμως οξύτατες αντιδράσεις από οργανώσεις και πολιτικούς και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος.
Ο 37χρονος νοσηλευτής Άλεξ Πρέτι έπεσε νεκρός στη Μινεάπολη από πυρά πρακτόρων της συνοριοφυλακής που είχαν αναπτυχθεί στην πόλη για την ενίσχυση των επιχειρήσεων μετανάστευσης. Ο Πρέτι, σύμφωνα με την αστυνομία της Μινεάπολης, οπλοφορούσε νομίμως και δεν είχε ποινικό μητρώο. Ωστόσο, η οπλοφορία του αποτέλεσε το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης Τραμπ για τη δικαιολόγηση της χρήσης θανατηφόρας βίας.
Το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας έσπευσε να δημοσιεύσει στη πλατφόρμα Χ φωτογραφία όπλου που, όπως υποστήριξε, βρέθηκε πάνω στον Πρέτι. Ανώτερο στέλεχος της συνοριοφυλακής τον παρουσίασε ως άνθρωπο που «ήθελε να προκαλέσει τη μέγιστη καταστροφή και να σφαγιάσει» τις δυνάμεις ασφαλείας, ενώ κυβερνητικά στελέχη και ο αρχηγός του FBI υποστήριξαν ότι όποιος εμφανίζεται σε διαδήλωση με γεμάτο όπλο και γεμιστήρες δεν μπορεί να θεωρείται ειρηνικός διαδηλωτής.
Αναστροφή ρόλων στο πολιτικό μέτωπο
Η υπόθεση Πρέτι δημιουργεί μια ιδιότυπη αναστροφή ρόλων στη διαχρονική αμερικανική διαμάχη για τη Δεύτερη Τροπολογία, η οποία κατοχυρώνει ότι «το δικαίωμα του λαού να κατέχει και να φέρει όπλα δεν πρέπει να παραβιάζεται». Παραδοσιακά, οι Ρεπουμπλικανοί και οι φιλο-όπλο οργανώσεις αντιστέκονται σε κάθε περιορισμό, ενώ οι Δημοκρατικοί πιέζουν για αυστηρότερη ρύθμιση μετά από αλλεπάλληλες σφαγές με πυροβόλα όπλα.
Στην παρούσα υπόθεση, όμως, η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται να υιοθετεί μια de facto περιοριστική ερμηνεία: ότι η ένοπλη παρουσία σε διαδήλωση μπορεί να συνιστά από μόνη της λόγο για θανατηφόρα επέμβαση των αρχών. Αυτή η θέση προκάλεσε οξύτατες αντιδράσεις όχι μόνο από Δημοκρατικούς, αλλά και από σκληρούς υπερασπιστές της οπλοκατοχής στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικάνων.
Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τόμας Μάσι τόνισε ότι «το να φέρεις όπλο δεν είναι θανατική καταδίκη. Είναι δικαίωμα εκ Θεού, συνταγματικά κατοχυρωμένο», ενώ ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ κατηγόρησε ευθέως τον Λευκό Οίκο, δηλώνοντας ότι «η κυβέρνηση Τραμπ δεν πιστεύει στη Δεύτερη Τροπολογία».
Λόμπι όπλων εναντίον κυβέρνησης Τραμπ
Ακόμη πιο ενδεικτική της έντασης είναι η στάση των οργανώσεων υπέρ της οπλοκατοχής. Η Guns Owners of America απέρριψε κατηγορηματικά την ιδέα ότι οι αστυνομικοί έχουν δικαίωμα να πυροβολούν όσους οπλοφορούν νομίμως, υπογραμμίζοντας ότι η Δεύτερη Τροπολογία προστατεύει ρητά τη δυνατότητα των πολιτών να φέρουν όπλα και κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων.
Η National Rifle Association, το ισχυρότερο λόμπι όπλων στις ΗΠΑ, χαρακτήρισε «επικίνδυνες και λανθασμένες» τις δηλώσεις ομοσπονδιακού εισαγγελέα ότι όποιος πλησιάζει ένοπλος τις δυνάμεις ασφαλείας διακινδυνεύει νόμιμη θανάτωση. Η NRA κάλεσε τους αξιωματούχους να περιμένουν τα πορίσματα της έρευνας και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι σπιλώνει νομοταγείς πολίτες.
Το περιστατικό αναδεικνύει μια κρίσιμη αντίφαση: μια κυβέρνηση που πολιτεύτηκε με σημαία την απόλυτη υπεράσπιση της οπλοκατοχής, επιχειρεί τώρα να επαναχαράξει τα όρια της στην πράξη, όταν αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την αστυνομική και ομοσπονδιακή εξουσία.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η υπόθεση Πρέτι μπορεί να αποδειχθεί κομβική για τη μελλοντική ερμηνεία της Δεύτερης Τροπολογίας: αν επικρατήσει η γραμμή Τραμπ, το δικαίωμα στην οπλοκατοχή θα παραμένει θεωρητικά ανέγγιχτο, αλλά πρακτικά θα περιορίζεται αυστηρά όταν συναντά την κρατική ισχύ στον δρόμο και στις διαδηλώσεις – μια εξέλιξη με τεράστιες πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις εν όψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων στις ΗΠΑ.







