Νέα κύματα δημοσκοπήσεων δείχνουν τον Ντόναλντ Τραμπ να χάνει έδαφος σε κρίσιμες κοινωνικές ομάδες που τον στήριξαν το 2024, ιδίως νέους, μη λευκούς και ευκαιριακούς ψηφοφόρους. Συντηρητικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η φθορά αυτή συνδέεται κυρίως με την ακρίβεια και μπορεί να αναδιαμορφώσει τον εκλογικό χάρτη ενόψει 2026 και 2028.
Μια σειρά πρόσφατων δημοσκοπήσεων από μεγάλα αμερικανικά μέσα, όπως οι New York Times και το CNN, καταγράφει αισθητή κάμψη της δημοτικότητας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σε ομάδες ψηφοφόρων που θεωρήθηκαν «κλειδί» για τη νίκη του το 2024. Πρόκειται κυρίως για νεότερους, μη λευκούς και χαμηλής συμμετοχής ψηφοφόρους, οι οποίοι είχαν μετακινηθεί προς τους Ρεπουμπλικάνους κόντρα στις παραδοσιακές τάσεις.
Η εύθραυστη «δεύτερη συμμαχία» του Τραμπ
Ο συντηρητικός δημοσκόπος και στρατηγικός αναλυτής Πάτρικ Ρουφίνι, συγγραφέας του βιβλίου «Party of the People», που είχε περιγράψει εκ των προτέρων τη «λαϊκιστική» αναδιάταξη του εκλογικού σώματος το 2024, αναγνωρίζει ότι μέρος αυτής της νέας συμμαχίας δείχνει να ξεφτίζει. Διευκρινίζει όμως ότι ο πυρήνας της «Τραμπικής αναδιάταξης» –λευκοί εργατικής τάξης, αλλά και εργατικής τάξης Λατίνοι και Ασιάτες– παραμένει σε μεγάλο βαθμό σταθερός.
Η μεγάλη μεταβλητότητα εντοπίζεται στους νέους, κυρίως άνδρες, μειονοτικούς ψηφοφόρους με χαμηλό εισόδημα και χαμηλή εκλογική συμμετοχή. Αυτοί εμφανίστηκαν μαζικά υπέρ του Τραμπ το 2024, χωρίς όμως να έχουν ισχυρή κομματική ταύτιση. Ο Ρουφίνι τους χαρακτηρίζει «εγγενώς μη κομματικούς», κάτι που εξηγεί γιατί η μετατόπισή τους προς τα δεξιά αποδεικνύεται λιγότερο ανθεκτική.
Κατά τον ίδιο, η τωρινή φθορά δεν αντανακλά τόσο αλλαγή στάσης των «σταθερών» ψηφοφόρων, όσο αβεβαιότητα για το αν οι ευκαιριακοί ψηφοφόροι του 2024 θα προσέλθουν ξανά στις κάλπες το 2026 και –κυρίως– το 2028.
Η ακρίβεια ως κεντρικό πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο
Ο Ρουφίνι θεωρεί «αναμφισβήτητο» ότι ο βασικός λόγος της απογοήτευσης αυτών των ομάδων είναι το κόστος ζωής. Στις μετρήσεις του, η ακρίβεια αναδεικνύεται ως το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα για τους λεγόμενους swing voters, ιδίως για όσους μετακινήθηκαν από τον Τζο Μπάιντεν στον Τραμπ το 2024. Πρόκειται κατά κανόνα για νέους, χαμηλού εισοδήματος, λιγότερο μορφωμένους και συχνά άγαμους, άρα ιδιαίτερα εκτεθειμένους στις ανατιμήσεις.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιχειρήσει να δείξει ότι εστιάζει στην «προσιτότητα», ακόμη και υιοθετώντας ορισμένες προτάσεις Δημοκρατικών, όπως ένα ανώτατο όριο 10% στα επιτόκια πιστωτικών καρτών. Ωστόσο, ο Ρουφίνι επισημαίνει ότι η ατζέντα της δεξιάς βάσης –δασμοί, μεταναστευτική καταστολή– συχνά συγκρούεται με μια καθαρή στρατηγική μείωσης του κόστους ζωής.
Επιπλέον, η διοίκηση, όπως συμβαίνει συχνά, έχει την τάση να «κλειδώνει» σε θέματα που ενδιαφέρουν τους πιο ιδεολογικούς υποστηρικτές της, αντί να παραμένει διαρκώς παρούσα σε μη πολιτικούς χώρους όπου κινούνται οι αποστασιοποιημένοι ψηφοφόροι (π.χ. αθλητικά γεγονότα, δημοφιλή podcasts), τακτική που είχε αποδώσει το 2024.
Προοπτικές για 2026 και 2028 και το μέλλον της αναδιάταξης
Παρά τη σημερινή κάμψη, ο Ρουφίνι δεν θεωρεί ότι η «Τραμπική αναδιάταξη» έχει ακυρωθεί. Υπενθυμίζει ότι οι Λατίνοι ψηφοφόροι, αν και επιστρέφουν προς τους Δημοκρατικούς σε σχέση με το 2024, απέχουν ακόμη πολύ από τα επίπεδα υποστήριξης της εποχής Ομπάμα. Κατά την άποψή του, οι μεγάλες μειονοτικές ομάδες είναι πλέον «προς διεκδίκηση» και όχι δεδομένες για καμία παράταξη.
Ο ίδιος εκτιμά ότι οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 μπορεί να δώσουν παραπλανητική εικόνα, καθώς το εκλογικό σώμα θα είναι γηραιότερο, πιο λευκό και πιο μορφωμένο. Η πραγματική δοκιμασία για το αν ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί μπορούν να ανακτήσουν ή να εδραιώσουν τις νέες ομάδες στήριξης θα έρθει στην προεδρική αναμέτρηση του 2028, όπου η επιλογή θα είναι εκ νέου μεταξύ δύο κομμάτων που αμφότερα αντιμετωπίζονται με δυσπιστία.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η αμερικανική εμπειρία δείχνει πόσο ρευστές είναι πλέον οι λαϊκές, νεανικές και μειονοτικές βάσεις, όταν η οικονομική ανασφάλεια κυριαρχεί. Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές: χωρίς αξιόπιστη, χειροπιαστή στρατηγική κατά της ακρίβειας, καμία πολιτική «αναδιάταξη» δεν θεωρείται δεδομένη, όσο ισχυρή κι αν φαίνεται σε μια μόνο εκλογική αναμέτρηση.







