Οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για βίαιη κατάληψη της Γροιλανδίας αναγκάζουν ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να εξετάσουν, για πρώτη φορά σοβαρά, το ενδεχόμενο χρήσης των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην Ευρώπη ως μοχλού πίεσης. Διπλωμάτες και αξιωματούχοι μιλούν πλέον, έστω κατ’ ιδίαν, για σενάρια περιορισμού ή ακόμη και απομάκρυνσης αμερικανικών δυνάμεων, με τεράστιες γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες.
Οι κλιμακούμενες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ περί χρήσης του αμερικανικού στρατού για την κατάληψη της Γροιλανδίας –αυτοδιοικούμενου εδάφους του βασιλείου της Δανίας και κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ– λειτουργούν ως καταλύτης για μια μέχρι πρότινος ταμπού συζήτηση στην Ευρώπη. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Politico, τουλάχιστον πέντε Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και διπλωμάτες αναγνωρίζουν ότι σε κλειστές συσκέψεις εξετάζονται πλέον σενάρια «αντεπίθεσης» απέναντι στην Ουάσινγκτον.
Οι βάσεις ως στρατηγικός μοχλός πίεσης
Κεντρικό εργαλείο που βρίσκεται στο τραπέζι είναι το εκτεταμένο δίκτυο αμερικανικών στρατιωτικών υποδομών στην Ευρώπη. Το 2024 οι ΗΠΑ διέθεταν 31 μόνιμες βάσεις και 19 επιπλέον εγκαταστάσεις, με περίπου 67.500 εν ενεργεία στρατιωτικούς, κυρίως σε Γερμανία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο. Πρόκειται για κρίσιμη υποδομή προβολής ισχύος σε Αφρική, Μέση Ανατολή και Ανατολική Ευρώπη.
Βάσεις όπως το Ράμσταϊν στη Γερμανία, οι αεροπορικές εγκαταστάσεις Λέικενχιθ και Μίλντενχολ στη Βρετανία ή το Αβιάνο στην Ιταλία θεωρούνται από πρώην διοικητές, όπως ο Μπεν Χότζες, «απαραίτητες για την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την παγκόσμια στρατηγική εμβέλεια των ΗΠΑ». Οποιαδήποτε αποδυνάμωση της πρόσβασης σε αυτές θα είχε «καταστροφικές» επιπτώσεις για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, ιδίως στη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Πέρα από τις βάσεις, η Ευρώπη αποτελεί και βασικό στρατιωτικό πελάτη των ΗΠΑ: μόνο το 2024 ενέκρινε διακρατικές αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων ύψους 76 δισ. δολαρίων, πάνω από το μισό του παγκόσμιου συνόλου. Η διακοπή ή ο δραστικός περιορισμός αυτών των συμβάσεων, σε συνδυασμό με την υποβάθμιση της συνεργασίας πληροφοριών, συνιστούν ισχυρά –αν και διπλής κόψης– εργαλεία πίεσης.
Ο φόβος ρήξης και η σκιά της Ουκρανίας
Η γαλλική προειδοποίηση ήταν μέχρι στιγμής η πιο σαφής. Ο Εμανουέλ Μακρόν τόνισε στο υπουργικό συμβούλιο ότι ενδεχόμενη προσβολή της κυριαρχίας ενός ευρωπαϊκού και συμμαχικού κράτους θα είχε «πρωτοφανείς» συνέπειες, διαβεβαιώνοντας πως η Γαλλία θα κινηθεί σε πλήρη αλληλεγγύη με τη Δανία. Ωστόσο, Παρίσι και άλλες πρωτεύουσες αποφεύγουν κάθε δημόσια αναφορά σε κυρώσεις κατά των ΗΠΑ εντός πλαισίου ΝΑΤΟ.
Η επιφυλακτικότητα εδράζεται σε δύο παραμέτρους. Πρώτον, στην εκτίμηση πολλών Ευρωπαίων ότι, παρά τη ρητορική Τραμπ, μια πραγματική στρατιωτική επιχείρηση κατά της Γροιλανδίας παραμένει απίθανη – έστω κι αν «πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι», όπως παραδέχεται διπλωμάτης. Δεύτερον, στην κρίσιμη ανάγκη αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας για την Ουκρανία, στο πλαίσιο οποιασδήποτε μελλοντικής συμφωνίας με τη Ρωσία.
Εντός ΝΑΤΟ, η ιδέα χρήσης των βάσεων ως διαπραγματευτικού χαρτιού θεωρείται σχεδόν ταμπού. Διπλωμάτες προειδοποιούν ότι μια τέτοια κίνηση θα προκαλούσε αμοιβαία ζημιά: η Ευρώπη θα έχανε ακόμη περισσότερες εγγυήσεις ασφαλείας, ενώ οι ΗΠΑ θα στερούνταν την πλέον πολύτιμη προκεχωρημένη επιχειρησιακή τους πλατφόρμα. Επιπλέον, το κλείσιμο βάσεων θα απαιτούσε περίπλοκες νομικές και υλικοτεχνικές διαδικασίες, παρότι –όπως σημειώνουν ειδικοί στο στρατιωτικό δίκαιο– αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα των ευρωπαϊκών κρατών.
Παρά τις κινήσεις συμβολικής στήριξης προς τη Δανία και τη Γροιλανδία, όπως η αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων στο νησί, πολλοί φοβούνται ότι η σύγκρουση για τη Γροιλανδία αποσπά την προσοχή από τον «πυρήνα» της ευρωπαϊκής ασφάλειας: την αποτροπή νέας ρωσικής επίθεσης στην Ουκρανία.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η συζήτηση περί απομάκρυνσης αμερικανικών βάσεων από την Ευρώπη, όσο «αδιανόητη» κι αν φαντάζει σήμερα, λειτουργεί ως πρόβα για μια επόμενη μέρα όπου η ήπειρος θα αναγκαστεί να αναλάβει πολύ μεγαλύτερο βάρος στην ίδια της την άμυνα. Αν ο Τραμπ επιμείνει σε μονομερείς, αναθεωρητικές κινήσεις, η Ευρώπη θα βρεθεί μπροστά σε μια σκληρή επιλογή: είτε θα αποδεχθεί έναν τοξικό, αλλά αναγκαίο εταίρο, είτε θα επενδύσει αποφασιστικά σε στρατηγική αυτονομία, με υψηλό όμως οικονομικό και πολιτικό κόστος.







