Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενεργοποιεί λίστα αντιποίνων σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 93 δισ. ευρώ, απαντώντας στις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για νέους δασμούς λόγω Γροιλανδίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται κλάδοι υψηλής τεχνολογίας και εμβληματικά καταναλωτικά brands, με στόχο τόσο την οικονομική όσο και την πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον.
Η ΕΕ ετοιμάζεται να περάσει από τις προειδοποιήσεις στην πράξη, επαναφέροντας πακέτο ανταποδοτικών δασμών σε αμερικανικά προϊόντα συνολικής αξίας 93 δισ. ευρώ ετησίως. Η κίνηση συνδέεται άμεσα με την απειλή του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλει από την 1η Φεβρουαρίου βαρείς δασμούς σε έξι κράτη-μέλη της Ένωσης, καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Νορβηγία, στο πλαίσιο της πίεσης που ασκεί για την απόκτηση της δανικής Γροιλανδίας.
Η λίστα των ευρωπαϊκών αντιμέτρων είχε συμφωνηθεί ήδη από πέρυσι αλλά «πάγωσε» έως τις 7 Φεβρουαρίου, μετά από μια προσωρινή εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο ΕΕ–ΗΠΑ. Αν τα κράτη-μέλη δεν αποφασίσουν νέα αναβολή, οι δασμοί θα ενεργοποιηθούν αυτόματα, σε μια συγκυρία όπου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δηλώνει απρόθυμο να δώσει περαιτέρω πίστωση χρόνου.
Ποιοι κλάδοι και brands πληρώνουν το τίμημα
Μεγαλύτερος «χαμένος» ενός νέου γύρου εμπορικής σύγκρουσης προδιαγράφεται η Boeing. Το ευρωπαϊκό πακέτο προβλέπει δασμούς 25% σε αμερικανικά αεροσκάφη, σε μια αγορά όπου οι εισαγωγές στην ΕΕ ανήλθαν σε περίπου 11 δισ. ευρώ το 2024. Στόχος είναι να πληγεί ένας στρατηγικός κλάδος υψηλής προστιθέμενης αξίας και έντονης πολιτικής προστασίας στην Ουάσιγκτον.
Η λίστα επεκτείνεται σε αυτοκίνητα, μπέρμπον και σόγια, αλλά και σε εμβληματικά καταναλωτικά προϊόντα: μοτοσικλέτες Harley-Davidson, τζιν Levi’s, τσιγάρα Lucky Strike. Στο στόχαστρο εισέρχονται ακόμη μηχανήματα, ιατρικές συσκευές, χημικά, πλαστικά και ηλεκτρολογικός εξοπλισμός.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εξηγούν ότι τα προϊόντα επιλέχθηκαν με κριτήριο η ΕΕ να μην εξαρτάται κρίσιμα από αυτά, ώστε να περιοριστεί η ζημιά για την ευρωπαϊκή οικονομία και τους καταναλωτές. Παράλληλα, επιδιώκεται να ασκηθεί στοχευμένη πολιτική πίεση σε πολιτείες-κλειδιά: για παράδειγμα, η σόγια «χτυπά» τη Λουιζιάνα, εκλογική βάση κορυφαίων Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο.
Η στρατηγική της ΕΕ και το «εμπορικό μπαζούκα»
Παρά τη συμφωνία που είχε υπογραφεί πέρυσι στη Σκωτία μεταξύ Τραμπ και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές χάλυβα και αλουμινίου συνεχίζουν να επιβαρύνονται με δασμούς 50%, ενώ η ΕΕ είχε προσφέρει σημαντικές παραχωρήσεις σε βιομηχανικά και ορισμένα αγροτικά προϊόντα των ΗΠΑ. Η επανενεργοποίηση των αντιμέτρων σηματοδοτεί ότι οι Βρυξέλλες δεν αποδέχονται πλέον την ασύμμετρη αυτή σχέση.
Πέρα από τους κλασικούς δασμούς, η Ένωση έχει στη διάθεσή της και το αντικαταναγκαστικό μέσο (Anti-Coercion Instrument – ACI), το οποίο δεν έχει ακόμη ενεργοποιηθεί. Πρόκειται για ένα είδος «εμπορικού μπαζούκα», που μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών στην ενιαία αγορά, να πλήξει δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, υπηρεσίες streaming όπως το Netflix, ταινίες του Χόλιγουντ, συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς και ακόμη και τη δραστηριότητα αμερικανικών τραπεζών στην Ευρώπη.
Η Γαλλία πιέζει για χρήση του ACI, ωστόσο αρκετές κυβερνήσεις φοβούνται ότι μια τόσο επιθετική κλιμάκωση θα γυρίσει μπούμερανγκ στην ευρωπαϊκή οικονομία, ειδικά σε τομείς όπως το cloud computing και τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, όπου οι μη αμερικανικές εναλλακτικές είναι περιορισμένες. Επιπλέον, η διαδικασία ενεργοποίησης είναι χρονοβόρα, καθώς απαιτεί έρευνα της Κομισιόν, διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ και ειδική πλειοψηφία κρατών-μελών.
Ήδη περισσότερα από 20 δισ. ευρώ προϊόντων έχουν αφαιρεθεί από την αρχική λίστα δασμών, μετά από πιέσεις πρωτευουσών που φοβούνται αντίποινα σε δικές τους εξαγωγές, όπως τα αλκοολούχα ποτά και το κρασί. Το αποτέλεσμα είναι ένα πακέτο που επιχειρεί λεπτή ισορροπία: αρκετά σκληρό ώστε να γίνει αισθητό στην Ουάσιγκτον, αλλά όχι τόσο ώστε να διαρρήξει ανεπανόρθωτα τις διατλαντικές οικονομικές σχέσεις.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κλιμάκωση γύρω από τη Γροιλανδία αποκαλύπτει ότι η εμπορική πολιτική έχει πλέον μετατραπεί σε βασικό εργαλείο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Η ΕΕ δοκιμάζει τα όρια της στρατηγικής της αυτονομίας, αλλά κινείται σε τεντωμένο σκοινί: αν δεν δείξει αποφασιστικότητα, θα παγιωθεί ως «αδύναμος κρίκος»· αν υπερβεί το μέτρο, κινδυνεύει με οικονομικό κόστος σε μια περίοδο εύθραυστης ανάπτυξης. Το πώς θα χρησιμοποιήσει τα όπλα των δασμών και του ACI θα κρίνει όχι μόνο την έκβαση της σύγκρουσης με τον Τραμπ, αλλά και την αξιοπιστία της ως γεωοικονομικής δύναμης.







