Σε τροχιά νέας αύξησης μπαίνει ο κατώτατος μισθός, με το βασικό σενάριο να τον ανεβάζει στα 930 ευρώ από την 1η Απριλίου 2026 και στο τραπέζι να υπάρχει ακόμη και «άλμα» στα 950 ευρώ. Καθοριστικό ρόλο θα παίξουν οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων στις 25 Ιανουαρίου και η ανάγκη ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης απέναντι στην ακρίβεια.
Σε φάση τελικών ζυγίσεων εισέρχεται η διαδικασία αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού, με την κυβέρνηση να εξετάζει κυρίως σενάριο αύξησης κατά 50 ευρώ, από τα 880 στα 930 ευρώ μεικτά από την 1η Απριλίου 2026 έως τις 31 Μαρτίου 2027. Παράλληλα, δεν αποκλείεται ένα πιο επιθετικό σενάριο, αύξησης κατά 70 ευρώ, που θα έφερνε τον κατώτατο απευθείας στα 950 ευρώ.
Η διαβούλευση τρέχει με συμπιεσμένο χρονοδιάγραμμα: έως τις 25 Ιανουαρίου οι κοινωνικοί εταίροι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις τους στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), ο οποίος θα αποστείλει το πόρισμά του στο υπουργείο Εργασίας έως τα μέσα Φεβρουαρίου. Στα μέσα Μαρτίου η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως θα εισηγηθεί την τελική πρόταση στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο και θα λάβει την απόφαση.
Τα σενάρια και ο πολιτικός – οικονομικός ορίζοντας
Το βασικό σενάριο προβλέπει συνέχιση της γραμμής των προηγούμενων ετών, με αύξηση 50 ευρώ, όπως συνέβη το 2022, το 2024 και το 2025 (με εξαίρεση το 2023, όπου η αύξηση ήταν 67 ευρώ). Μια τέτοια επιλογή θα διασφάλιζε ότι ο στόχος για κατώτατο 950 ευρώ το 2027 είναι απολύτως επιτεύξιμος, ίσως και συντηρητικός.
Ωστόσο, το εναλλακτικό σενάριο μιας εφάπαξ ανόδου στα 950 ευρώ από το 2026 θα «κλείδωνε» εκ των προτέρων τον στόχο και θα άνοιγε τον δρόμο ώστε στο «εκλογικό» 2027 ο κατώτατος να διαμορφωθεί στα 1.000 ευρώ. Μια τέτοια κίνηση θα είχε ισχυρό πολιτικό αποτύπωμα, αλλά και μεγαλύτερο δημοσιονομικό και εργοδοτικό κόστος, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα και στους κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας.
Το θεσμικό πλαίσιο (άρθρο 141 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, Π.Δ. 62/2025) επιβάλλει να συνεκτιμηθούν: η κατάσταση και οι προοπτικές της οικονομίας, η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα, τα ποσοστά απασχόλησης και ανεργίας, η αγοραστική δύναμη του κατώτατου, το κόστος ζωής και η γενική μισθολογική εξέλιξη. Για το 2026, το κυρίαρχο κριτήριο αναδεικνύεται η αντιστάθμιση της ακρίβειας και η ενίσχυση του πραγματικού εισοδήματος.
Στοχευμένα κίνητρα για νέους και δημόσιο τομέα
Η αύξηση του κατώτατου θα ισχύσει ενιαία για ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, με τη διαφορά ότι στο Δημόσιο θα συμπαρασύρει οριζόντια όλους τους βασικούς μισθούς και κλιμάκια, σε όλες τις κατηγορίες (ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ, ΠΕ). Αυτό σημαίνει πρόσθετη μισθολογική δαπάνη για τον προϋπολογισμό, αλλά και ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης.
Καθοριστική είναι η σύνδεση της μισθολογικής αύξησης με τις πρόσφατες φορολογικές ελαφρύνσεις για τους νέους: από 1/1/2026 ισχύει μηδενικός φόρος εισοδήματος για εργαζόμενους έως 25 ετών με ετήσιο εισόδημα έως 20.000 ευρώ, ενώ για εργαζόμενους έως 30 ετών ο φορολογικός συντελεστής μειώνεται στο 9% από 22%. Περίπου 350.000 νέοι εκτιμάται ότι ωφελούνται από αυτό το πλαίσιο.
Ενδεικτικά, εργαζόμενος 25 ετών με σημερινό κατώτατο 880 ευρώ λαμβάνει περίπου 745 ευρώ καθαρά. Με μηδενικό φόρο και κατώτατο 930 ευρώ, τα καθαρά ανεβαίνουν στα περίπου 800 ευρώ. Αντίστοιχα, έγγαμος 37 ετών με κατώτατο, επίδομα γάμου, δύο παιδιά και τρεις τριετίες, από 1.018 ευρώ καθαρά σήμερα, θα φθάσει στα 1.076 ευρώ τον Απρίλιο του 2026, με αύξηση περίπου 58 ευρώ τον μήνα, συνδυαστικά από μισθολογική και φορολογική παρέμβαση.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε μια πολιτικά ελκυστική «άλματική» αύξηση και σε μια πιο σταδιακή προσαρμογή που δεν θα επιβαρύνει υπέρμετρα εργοδότες και δημοσιονομικό χώρο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η τελική απόφαση θα αντανακλά πραγματική βελτίωση παραγωγικότητας ή αν θα λειτουργήσει κυρίως ως εργαλείο διαχείρισης προσδοκιών ενόψει του 2027, με κίνδυνο να μεταφερθεί το κόστος σε τιμές, απασχόληση και μικρές επιχειρήσεις.







