Ο πρόεδρος Άχμαντ αλ Σάρα προχωρά σε μια θεσμική στροφή, αναγνωρίζοντας τα κουρδικά ως εθνική γλώσσα και αποκαθιστώντας την υπηκοότητα σε εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδους. Την ίδια στιγμή, ο συριακός στρατός προαναγγέλλει νέες επιχειρήσεις κατά κουρδικών θέσεων κοντά στο Χαλέπι, υπονομεύοντας το μήνυμα συμφιλίωσης.
Με ένα διάταγμα που χαρακτηρίζεται ήδη ως ιστορικό, ο Σύρος πρόεδρος Άχμαντ αλ Σάρα επιχειρεί να επανακαθορίσει τις σχέσεις του συριακού κράτους με την κουρδική μειονότητα. Αναγνωρίζει τα κουρδικά ως «εθνική γλώσσα», καθιερώνει το Ναβρόζ –την κουρδική πρωτοχρονιά– ως επίσημη αργία και επαναχορηγεί την συριακή ιθαγένεια σε Κούρδους που είχαν χαρακτηριστεί «παράνομοι μετανάστες» μετά την αμφιλεγόμενη απογραφή του 1962.
Στο διάταγμα υπογραμμίζεται ότι «οι Σύροι Κούρδοι πολίτες αποτελούν ουσιαστικής σημασίας μέρος του συριακού λαού» και ότι η πολιτιστική και γλωσσική ταυτότητά τους είναι «αναπόσπαστο μέρος της συριακής εθνικής ταυτότητας» – διατύπωση που σηματοδοτεί σαφή ρήξη με τις πολιτικές συστηματικής περιθωριοποίησης του παρελθόντος.
Από την απογραφή του 1962 στην αναζήτηση νέας ισορροπίας
Η κίνηση του Σάρα αγγίζει μια ανοιχτή πληγή δεκαετιών. Η απογραφή του 1962 στη βόρεια Συρία στέρησε την υπηκοότητα σε δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδους, εγκλωβίζοντάς τους σε ένα καθεστώς «ανιθαγενών» χωρίς πλήρη δικαιώματα ιδιοκτησίας, πρόσβασης στην εκπαίδευση και στο δημόσιο. Το νέο διάταγμα επιχειρεί να κλείσει αυτό το ιστορικό μέτωπο, σε μια συγκυρία όπου η Δαμασκός αναζητά τρόπους επανενοποίησης του κατακερματισμένου συριακού χώρου.
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου (2011-2024), οι κουρδικές δυνάμεις εκμεταλλεύθηκαν το κενό εξουσίας για να εδραιώσουν de facto αυτονομία στη βόρεια και βορειοανατολική Συρία, ελέγχοντας και κρίσιμα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο ρόλος τους στην ήττα του Ισλαμικού Κράτους, με την υποστήριξη του διεθνούς συνασπισμού υπό τις ΗΠΑ, ενίσχυσε περαιτέρω τη διαπραγματευτική τους θέση.
Τον Μάρτιο του 2025 η νέα κυβέρνηση της Δαμασκού υπέγραψε συμφωνία με τους Κούρδους για ενσωμάτωση των στρατιωτικών και πολιτικών τους δομών στο συριακό κράτος. Ωστόσο, οι συνομιλίες για την εφαρμογή της έχουν βαλτώσει, καθώς παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα κατανομής εξουσιών, ελέγχου των ενεργειακών πόρων και καθεστώτος αυτοδιοίκησης.
Μήνυμα συμβιβασμού με παράλληλη στρατιωτική πίεση
Την ώρα που το διάταγμα προβάλει εικόνα θεσμικής αναγνώρισης, το στρατιωτικό σκέλος της συριακής εξουσίας εκπέμπει διαφορετικό σήμα. Ο στρατός προειδοποίησε τους κατοίκους του Χαλεπιού για επικείμενα πλήγματα σε θέσεις Κούρδων στο Ντέιρ Χάφερ, ανατολικά της πόλης, μία εβδομάδα μετά από πολύνεκρες συγκρούσεις στην περιοχή. Καλεί τους αμάχους «να μην πλησιάζουν τη ζώνη» που, όπως υποστηρίζει, χρησιμοποιείται «ως βάση για τρομοκρατικές επιχειρήσεις» στο Χαλέπι και τα περίχωρα.
Η διπλή αυτή κίνηση –πολιτική αναγνώριση και ταυτόχρονα στρατιωτική πίεση– αποκαλύπτει ότι η Δαμασκός επιδιώκει να επαναφέρει τους Κούρδους σε ένα πλαίσιο αυστηρά ελεγχόμενης ενσωμάτωσης. Τα δικαιώματα γλώσσας και ταυτότητας προσφέρονται ως αντάλλαγμα για την αποδοχή της κεντρικής κυριαρχίας και τον περιορισμό της de facto αυτονομίας τους.
Σχόλιο SBCTV.gr: Το διάταγμα Σάρα είναι περισσότερο εργαλείο διαπραγμάτευσης παρά γενναιόδωρη παραχώρηση: αναγνωρίζει ό,τι δεν μπορεί πλέον να αρνηθεί στο πεδίο, ενώ με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις υπενθυμίζει ποιος κρατά το μονοπώλιο της βίας. Το αν θα αποτελέσει αφετηρία βιώσιμου συμβιβασμού ή απλώς επικοινωνιακό περιτύλιγμα μιας νέας φάσης συγκρούσεων θα κριθεί από το αν η Δαμασκός δεχθεί ουσιαστική αποκέντρωση εξουσίας στις κουρδικές περιοχές.







