Η εκρηκτική άνοδος χρυσού και ασημιού τροφοδοτεί το λεγόμενο «στοίχημα υποτίμησης» των νομισμάτων, με τους επενδυτές να φοβούνται συνειδητή απαξίωση του δολαρίου και άλλων νομισμάτων. Όμως η ιστορική εμπειρία, από τον Ερρίκο Η΄ έως τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, δείχνει ότι η πολιτική ανοχής στον πληθωρισμό έχει αυστηρά όρια.
Η νέα εκτόξευση των πολύτιμων μετάλλων – με τον χρυσό να ξεπερνά τα 5.000 δολάρια ανά ουγγιά και το ασήμι να ενισχύεται πάνω από 50% σε ετήσια βάση – έχει αναζωπυρώσει διεθνώς το αφήγημα της «υποτίμησης» των νομισμάτων. Σύμφωνα με αυτό, κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες θα επιλέξουν σιωπηρά να ροκανίσουν την αξία των νομισμάτων τους μέσω πληθωρισμού, για να διαχειριστούν τα διογκωμένα χρέη.
Το «στοίχημα υποτίμησης» και η στροφή στα πολύτιμα μέταλλα
Οι υποστηρικτές της στρατηγικής αυτής θεωρούν ότι η αυξημένη κρατική δαπάνη, η εκτεταμένη χρήση ποσοτικής χαλάρωσης και η προθυμία για νέα ελλείμματα οδηγούν νομοτελειακά σε σκόπιμη υποβάθμιση των νομισμάτων. Σε αυτό προστίθεται η γεωπολιτική διάσταση: η ενίσχυση προστατευτικών πολιτικών στις ΗΠΑ και η σταδιακή διαφοροποίηση μέρους των διεθνών επενδυτών από το δολάριο ενισχύουν τη ζήτηση για «σκληρά» περιουσιακά στοιχεία όπως ο χρυσός και το ασήμι.
Ωστόσο, η Deutsche Bank, μέσω του μακροοικονομικού στρατηγού Henry Allen, προειδοποιεί ότι η αγορά πιθανόν «τρέχει» μπροστά από την πραγματικότητα. Ο Allen υποστηρίζει ότι η πιθανότητα μιας παρατεταμένης, ελεγχόμενης απομείωσης των νομισμάτων είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο προεξοφλούν οι τιμές των μετάλλων, τόσο λόγω ιστορικών παραδειγμάτων όσο και λόγω των σημερινών αγορών παραγώγων πληθωρισμού.
Από τον Ερρίκο Η΄ και τον Νέρωνα στα σημερινά swaps πληθωρισμού
Η πρακτική της υποτίμησης δεν είναι νέα. Το 1544 ο βασιλιάς Ερρίκος Η΄ της Αγγλίας μείωσε την περιεκτικότητα των χρυσών και ασημένιων νομισμάτων σε πολύτιμο μέταλλο, αντικαθιστώντας το με φθηνότερα μέταλλα όπως ο χαλκός, για να χρηματοδοτήσει αυξημένες δαπάνες. Το αποτέλεσμα ήταν εκτίναξη του πληθωρισμού και κοινωνική δυσαρέσκεια, που οδήγησαν σε αναστροφή της πολιτικής και απόσυρση των «υποτιμημένων» νομισμάτων από την κυκλοφορία μόλις λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του.
Αντίστοιχα, στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, από την εποχή του Νέρωνα (64 μ.Χ.), η σταδιακή μείωση του ασημιού στα νομίσματα μέχρι περίπου το 5% συνέβαλε στην αποσταθεροποίηση της οικονομίας και θεωρείται από τους ιστορικούς ως βασικός παράγοντας της μεταγενέστερης κρίσης. Και στις δύο περιπτώσεις, η υποτίμηση δεν ξεκίνησε ως βίαιη τομή, αλλά ως σωρευτική, επαναλαμβανόμενη μείωση της ποιότητας του νομίσματος – μέχρι να ξεσπάσει ο πληθωρισμός και η κοινωνική αντίδραση.
Ο Allen τονίζει ότι ο πληθωρισμός είναι πολιτικά εξαιρετικά αντιδημοφιλής. Τα τελευταία πέντε χρόνια, η άνοδος τιμών έχει συσχετιστεί διεθνώς με εκλογικές ήττες κυβερνήσεων κάθε ιδεολογίας, γεγονός που περιορίζει τη διάθεση των πολιτικών να «φουσκώσουν» τα χρέη μέσω πληθωρισμού. Παράλληλα, τα 30ετή swaps πληθωρισμού σε ΗΠΑ και Ευρώπη, καθώς και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, δεν προεξοφλούν νέο κύμα ανεξέλεγκτης ανόδου τιμών.
Η Deutsche Bank καταλήγει ότι όσοι στοιχηματίζουν σε διαρκή νομισματική υποτίμηση ποντάρουν ουσιαστικά στο ότι οι κοινωνίες θα αποδεχθούν ξανά έναν πόνο που ιστορικά έχει προκαλέσει έντονη αντίδραση. Αν αυτή η υπόθεση αποδειχθεί λανθασμένη, η σημερινή «μανία» για χρυσό και ασήμι ίσως αποδειχθεί υπερβολική.
Σχόλιο SBCTV.gr: Για τον Έλληνα επενδυτή, το μήνυμα δεν είναι να αγνοήσει τον χρυσό ή το ασήμι, αλλά να τα αντιμετωπίσει ως εργαλείο αντιστάθμισης κινδύνου και όχι ως μονοδιάστατο στοίχημα κατά των νομισμάτων. Η ιστορία δείχνει ότι οι κυβερνήσεις μπορεί να πειραματιστούν με τον πληθωρισμό, αλλά η πολιτική φθορά τις αναγκάζει συνήθως σε στροφή. Οι στρατηγικές που βασίζονται αποκλειστικά στην ιδέα μόνιμης νομισματικής υποτίμησης κινδυνεύουν να εγκλωβίσουν τον επενδυτή σε αφήγημα και όχι σε δεδομένα: η προσεκτική ανάγνωση των αγορών ομολόγων και των μακροχρόνιων προσδοκιών πληθωρισμού είναι σήμερα πιο αξιόπιστος οδηγός από τον ιστορικό φόβο της «κατάρρευσης του χρήματος».







