Η JP Morgan θεωρεί ότι η πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας από τις αναδυόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές της MSCI θα πλήξει, αντί να ενισχύσει, την ελκυστικότητα του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Η τράπεζα προειδοποιεί για καθαρές εκροές κεφαλαίων, απώλεια ορατότητας και μείωση της αναλυτικής κάλυψης.
Σε μια κίνηση που έρχεται σε αντίστιξη με το γενικότερο κλίμα ευφορίας γύρω από την αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών, η JP Morgan δηλώνει ευθέως ότι «δεν είναι καθόλου χαρούμενη» με το ενδεχόμενο η Ελλάδα να μεταφερθεί από τους δείκτες αναδυόμενων αγορών της MSCI στους δείκτες ανεπτυγμένων.
Η αμερικανική τράπεζα ερμηνεύει τη διαβούλευση που ξεκίνησε η MSCI ως τυπική διαδικασία και θεωρεί σχεδόν δεδομένο ότι η μετάβαση θα υλοποιηθεί στην αναδιάρθρωση του Αυγούστου 2026, πολύ νωρίτερα από το κανονικό χρονοδιάγραμμα που θα έδειχνε προς το 2028.
Μικρό βάρος στην Ευρώπη, κίνδυνος εκροών
Με βάση τους υπολογισμούς της, η JP Morgan εκτιμά ότι η Ελλάδα θα εισέλθει στον δείκτη MSCI Europe με μόλις πέντε μετοχές, από οκτώ σήμερα στον δείκτη αναδυόμενων αγορών. Το βάρος της χώρας θα διαμορφωθεί περίπου στις 0,37 ποσοστιαίες μονάδες, καθιστώντας την τη δεύτερη μικρότερη αγορά του δείκτη, πάνω από την Πορτογαλία αλλά κάτω από Ιρλανδία και Αυστρία.
Σε καθαρούς χρηματοροές, η τράπεζα «βλέπει» εκροές περίπου 500 εκατ. δολαρίων. Υπολογίζει ότι τρεις μετοχές που θα βγουν από τον δείκτη αναδυόμενων θα υποστούν εκροές περί τα 5,2 δισ. δολάρια, ενώ οι πέντε που θα μπουν στους δείκτες ανεπτυγμένων θα προσελκύσουν εισροές περίπου 4,7 δισ. δολαρίων. Αν ο ΟΠΑΠ, που βρίσκεται οριακά, τελικά συμπεριληφθεί στον βασικό δείκτη ανεπτυγμένων, η καθαρή εκροή περιορίζεται θεωρητικά στα 150 εκατ. δολάρια, αλλά παραμένει αρνητική.
Η JP Morgan σημειώνει ότι η εμπειρία από άλλες μεταβάσεις από MSCI EM σε MSCI DM δείχνει πως κάθε μετοχή που «ανεβαίνει» δέχεται εισροές 0,75%-1% της κεφαλαιοποίησης, ενώ κάθε μετοχή που «φεύγει» από τον δείκτη αναδυόμενων δέχεται εκροές περίπου 8% της κεφαλαιοποίησής της.
Απώλεια εστίασης και λιγότεροι αναλυτές
Πέρα από τη βραχυπρόθεσμη τεχνική πίεση, η JP Morgan εστιάζει στον δομικό κίνδυνο: η μετάβαση από μια επενδυτική βάση με επίκεντρο τη χώρα (emerging markets) σε μια πανευρωπαϊκή βάση με επίκεντρο τους κλάδους μπορεί να οδηγήσει σε υποβάθμιση της ορατότητας των ελληνικών μετοχών. Η στάθμιση της Ελλάδας από πάνω από 4% στους δείκτες MSCI EMEA και EM σήμερα, σε λιγότερο από 0,40% στον MSCI Europe και μόλις 0,06% στον MSCI World, σημαίνει ότι πολλοί διαχειριστές ενδέχεται απλώς να αγνοούν τη χώρα.
Η Εθνική Τράπεζα, η μεγαλύτερη ελληνική τράπεζα, θα είναι μόλις η 58η μεγαλύτερη χρηματοοικονομική μετοχή στον MSCI Europe, ενώ η ΔΕΗ θα είναι η 25η μεγαλύτερη εταιρεία κοινής ωφέλειας, δηλαδή σχεδόν στο κάτω άκρο του κλάδου. Αυτό, σύμφωνα με την JP Morgan, συνεπάγεται λιγότερη αναλυτική κάλυψη, λιγότερες εκθέσεις και συνολικά χαμηλότερη προσοχή από την επενδυτική κοινότητα.
Η τράπεζα απορρίπτει το επιχείρημα ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη «αυτονόητα» επιβάλλει την ένταξή της στον MSCI Europe, υπενθυμίζοντας ότι χώρες όπως οι Βαλτικές, η Σλοβακία και η Σλοβενία, παρότι μέλη ΕΕ και Ευρωζώνης, δεν βρίσκονται ούτε στους δείκτες ανεπτυγμένων ούτε καν στον MSCI EM.
Κατά την JP Morgan, ο στόχος της ένταξης σε δείκτες πρέπει να είναι η μέγιστη δυνατή προσοχή από τους επενδυτές. Με τόσο χαμηλή στάθμιση στους πανευρωπαϊκούς δείκτες, υπάρχει ο κίνδυνος η Ελλάδα να γίνει ξανά «αόρατη» στο διεθνές κεφάλαιο, παρά τα θεμελιώδη βήματα προόδου της οικονομίας και των επιχειρήσεων.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η κριτική της JP Morgan λειτουργεί ως ψυχρό ντους σε μια αγορά που έχει επενδύσει συμβολικά και ουσιαστικά στην αναβάθμιση από την MSCI. Υπενθυμίζει ότι οι δείκτες είναι τεχνικά εργαλεία κατανομής κεφαλαίων, όχι παράσημα κύρους, και ότι η πραγματική μάχη θα δοθεί στο αν το Χρηματιστήριο Αθηνών μπορεί να μεγαλώσει σε βάθος, ρευστότητα και free float ώστε να πάψει να είναι «μικρή υποσημείωση» στους παγκόσμιους δείκτες.







