Με αιχμηρά μηνύματα προς τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Φρίντριχ Μερτς παρουσίασε στη Μπούντεσταγκ το νέο γερμανικό αφήγημα για μια Ευρώπη που «μαθαίνει τη γλώσσα της ισχύος». Η αντιπαράθεση για τους δασμούς, το ΝΑΤΟ και την αποκαλούμενη «διατλαντική εμπιστοσύνη» αποκαλύπτει το βάθος της στρατηγικής αβεβαιότητας στις σχέσεις Βερολίνου – Ουάσιγκτον.
Η ομιλία του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς στη γερμανική Βουλή, στο πλαίσιο της τακτικής ενημέρωσης για την εξωτερική πολιτική, σηματοδοτεί μια πιο επιθετική, αλλά ταυτόχρονα αμυντικά οργανωμένη, στάση της Γερμανίας και της ΕΕ απέναντι στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Μερτς επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στην παραδοσιακή προσήλωση της Γερμανίας στη διατλαντική σχέση και στην ανάγκη της Ευρώπης να πάψει να εμφανίζεται ως «εύκολος στόχος» σε εμπορικούς και γεωπολιτικούς εκβιασμούς.
Η Ευρώπη «μαθαίνει τη γλώσσα της ισχύος»
Κεντρικός άξονας της τοποθέτησης Μερτς ήταν ότι η Ευρώπη υπήρξε η πολιτική δύναμη που επί δεκαετίες προώθησε το κράτος δικαίου ως βάση των διεθνών σχέσεων. Ωστόσο, ο ίδιος αναγνώρισε ότι αυτό δεν αρκεί πλέον, υπογραμμίζοντας πως η Γερμανία και η ΕΕ «πρέπει να μάθουν τη γλώσσα της πολιτικής ισχύος, τουλάχιστον εν μέρει». Η φράση αυτή αποτυπώνει τη σταδιακή μετατόπιση της ΕΕ από τον ρόλο της «κανονιστικής δύναμης» σε μια πιο ρεαλιστική, ισορροπία-ισχύος προσέγγιση, ιδίως απέναντι σε μια Ουάσιγκτον που χρησιμοποιεί τους δασμούς ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Ο Μερτς χαιρέτισε την αμερικανική υπαναχώρηση από τις απειλές για νέους δασμούς σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Γερμανία, στέλνοντας ευθεία προειδοποίηση προς τον Τραμπ: όποιος θεωρεί ότι μπορεί να αξιοποιήσει τους δασμούς ως πολιτικό όπλο κατά της Ευρώπης «πρέπει να γνωρίζει –και τώρα γνωρίζει– ότι είμαστε έτοιμοι και ικανοί να αμυνθούμε». Πρόκειται για σαφή προσπάθεια να εμπεδωθεί εικόνα ευρωπαϊκής ενότητας και αξιοπιστίας έναντι των αγορών και των εταίρων.
Ρήγματα στις διατλαντικές σχέσεις και εσωτερικές γερμανικές τριβές
Παρά τον σκληρό τόνο, ο καγκελάριος έσπευσε να υπερασπιστεί τη διατλαντική συμμαχία, απορρίπτοντας τις δηλώσεις Τραμπ ότι οι ΗΠΑ δεν χρειάστηκαν ποτέ τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν. Υπενθύμισε τη συμβολή της Γερμανίας στην αποστολή «Enduring Freedom» και στην προσπάθεια σταθεροποίησης του Αφγανιστάν, τονίζοντας ότι οι παραδοσιακές συμμαχίες «δεν πρέπει να τίθενται σε κίνδυνο ελαφρά τη καρδία». Με αυτό τον τρόπο, ο Μερτς επιδιώκει να διαχωρίσει την κριτική στην τρέχουσα αμερικανική ηγεσία από τη στρατηγική αξία της ίδιας της συμμαχίας.
Η παρέμβασή του προκάλεσε αντίδραση από διαφορετικά άκρα του πολιτικού φάσματος. Η συμπρόεδρος της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» Αλίς Βάιντελ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι έχασε ευκαιρία, μη συμμετέχοντας στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του Τραμπ, το οποίο παρουσίασε ως πλατφόρμα για την υπέρβαση «εμποδίων που δημιουργεί ο ΟΗΕ». Η κριτική αυτή αναδεικνύει τη φιλοτραμπική και αντιπολυμερή πτέρυγα της γερμανικής Δεξιάς.
Από την άλλη πλευρά, ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Αριστεράς, Ζέρεν Πέλμαν, μίλησε για «ριζοσπαστικοποίηση των Ρεπουμπλικανών» στις ΗΠΑ, φτάνοντας στο σημείο να αμφισβητήσει αν η αμερικανική κυβέρνηση παραμένει «αξιόπιστος εταίρος» για τη Γερμανία. Η τοποθέτηση αυτή φανερώνει πόσο βαθιά έχει διαβρωθεί η παραδοσιακή εμπιστοσύνη προς την Ουάσιγκτον στο γερμανικό πολιτικό σύστημα.
Σχόλιο SBCTV.gr: Η παρέμβαση Μερτς δεν είναι απλώς μια ακόμη κόντρα Βερολίνου – Τραμπ, αλλά βήμα στη διαμόρφωση μιας πιο «σκληρής» ευρωπαϊκής ταυτότητας ισχύος. Η Γερμανία επιχειρεί να ηγηθεί μιας ΕΕ που δεν θα εκβιάζεται με δασμούς, χωρίς όμως να κάψει τις γέφυρες με τη διατλαντική συμμαχία. Το αν θα πετύχει αυτή την ισορροπία θα κρίνει και τη διαπραγματευτική θέση της Ευρώπης στο νέο, πιο ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.







